Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ: Οι πηγές, οι μαρτυρίες, η αλήθεια (ΜΕΡΟΣ 7ον - ἀπὸ 18)

ΜΕΡΟΣ 7ον - ἀπὸ 18


Τις μαρτυρίες των Ελλήνων συγγραφέων για την τουρκική βαρβαρότητα, που μέχρι τώρα παραθέσαμε, συνεπικουρούν και επιβεβαιώνουν πλήρως και οι ξένοι επισκέπτες και περιηγητές της εποχής. Την τουρκική βαρβαρότητα κατά τον 16ο και 17ο αιώνα περιέγραψαν, όπως είδαμε, περιηγητές όπως ο François Richard, ο Sir Paul Rycaut, και o Thomas Smith. Τώρα είναι ο Γάλλος φιλέλληνας πολιτικός Σατωβριάνδος που είδε με τα μάτια του, το 1806, την ερήμωση που επέφεραν στις Πελοπόννησο οι ορδές των Αρβανιτών και η τυραννία των τοπικών Τούρκων διοικητών:


«Από του πολέμου των Ρώσσων, η Πελοπόννησος είναι έρημος. Ο ζυγός των Τούρκων εγένετο βαρύτερος εις τους κατοίκους αυτής. Οι Αλβανοί έσφαξαν μέρος του πληθυσμού. Μόνον χωρία κατεστραμμένα δια πυρός και σιδήρου βλέπει τις. […] Δειναί και παράνομοι εισπράξεις, ύβρεις παντοειδείς αφανίζουσι πανταχόθεν την γεωργίαν και την ζωήν. Ο τυχών αγάς και του μικροτάτου χωρίου δύναται παίζων να διώξη τον χωρικόν εκ της καλύβης του, να αρπάση την σύζυγον αυτού και τα τέκνα και να φονεύσει αυτόν επί προφάσει αναξία λόγου»[131].

Την ίδια ακριβώς εποχή, μια χρονιά πριν, ο Άγγλος περιηγητής J. Griffiths δημοσίευσε στο Λονδίνο τις εντυπώσεις από τα ταξίδια του στην «Ευρώπη, την Μικρά Ασία και την Αραβία». Εκεί, σε ειδικό κεφάλαιο, με τον τίτλο «εμπορικοπολιτική κατάσταση των Ελλήνων», αναφέρει και τα εξής ενδιαφέροντα για την «ευτυχισμένη» ζωή των Ελλήνων υπό την «φιλόστοργη» σκέπη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την «αρμονική» τους συνύπαρξη με τους Τούρκους:

«Η πολιτική κατάσταση των Ελλήνων που κατοικούν στην Τουρκία είναι εδώ και πολύ καιρό πραγματικά αξιοθρήνητη, και η ποικιλία των ταπεινώσεων στις οποίες αυτοί είναι εκτιθέμενοι, τους έχει οδηγήσει περισσότερες από μια φορές σε απελπισμένους αγώνες για την απελευθέρωσή τους και την αποκατάσταση των αναμφισβήτητων δικαιωμάτων τους»[132].

Η ξεκάθαρη αυτή άποψη του Griffiths είναι το άμεσο συμπέρασμά του από όλα όσα ο ίδιος είδε και άκουσε κατά την διάρκεια των περιηγήσεων του στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα του είπε ο κάπος της Awezza[133], δηλαδή της Αφισιάς της Προποντίδας (σημερινή Avsa)[134]. Παρά τον εντυπωσιακά πλούσιο τρόπο της ζωής του, ο Έλληνας προύχοντας της Αφισιάς δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι κάθε στιγμή κυριολεκτικά έτρεμε την έκρηξη της τουρκικής βαρβαρότητας:

«Κατά την διάρκεια της συνομιλίας μας επαναλάμβανε συνέχεια το πόσο διακαώς εξακολουθούσε να ελπίζει σε μια αλλαγή στην κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης. Γιατί, ενώ η καλλιέργεια των κτημάτων του και τα φυσικά πλεονεκτήματα του νησιού ήταν τέτοια, ώστε να μπορούν να καλύψουν κάθε ανάγκη, και να οδηγήσουν ακόμη και στην ανεξαρτησία, οι ετήσιοι εκβιασμοί των Τούρκων είχαν καταστήσει όλες τις προσπάθειές του άκαρπες, ενώ η αγωνία, σε κάθε τους επίσκεψη, της προσωπικής του τιμωρίας ή κακοποίησης, δηλητηρίαζε κάθε στιγμή την ύπαρξή του»[135].

Η τουρκική θηριωδία έδειξε όλο το «μεγαλείο» της με τα φριχτά της αντίποινα προς όλο τον ελληνικό πληθυσμό της αυτοκρατορίας μετά την έκρηξη της επανάστασης του ’21. Όπως μας πληροφορεί ο Σπυρίδων Τρικούπης, όλοι οι Έλληνες της αυτοκρατορίας, από την μια μέχρι την άλλη της άκρη, «δοκίμασαν» τότε, για μια ακόμη φορά, στο πετσί τους την «ανεκτικότητα» και τα αγαθά της «ευνοϊκής συμβίωσης» με τους «μουσουλμάνους συμπολίτες τους».

Και όταν αναφερόμαστε στον Τρικούπη πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως δεν είναι ένας τυχαίος ιστορικός, αλλά ένας ιστορικός με ιδιαίτερα μεγάλο κύρος, αξιοπιστία και σοβαρότητα[136], αφού «κήρυξε από την αρχή της συγγραφής του την πίστη του στην αλήθεια και την δικαιοσύνη». Έτσι, σύμφωνα με τον καθηγητή Κρεμμυδά, «μερικές φορές ο αναγνώστης ξαφνιάζεται με την ακρίβεια των περιγραφών και την οξύνοια των επισημάνσεων» του Τρικούπη. Γι’ αυτό και βρίσκεται στην πρωτοπορία της ευρωπαϊκής ιστοριογραφικής παράδοσης[137].

Για να έχουμε λοιπόν ένα μικρό δείγμα του «οθωμανικού πολιτισμού», αναφέρουμε πως μόνο στην Κωνσταντινούπολη εξοντώθηκαν μετά τις 25 Μαρτίου του 1821 δέκα χιλιάδες (10.000) Έλληνες[138].

Και όπως σημειώνει ο Τρικούπης, δεν ήταν οι Έλληνες της Πόλης οι μόνοι «τυχεροί» που ένοιωσαν στο πετσί τους τα «αγαθά» του «οθωμανικού πολιτισμού», αλλά «τοιαύτη ήτον η κατάστασις, κατά το μάλλον και ήτον, όλων των μερών του Οθωμανικού κράτους τας ημέρας εκείνας, όπου συνέζων αι δύο ετερόθρησκοι και ετερογενείς φυλαί. Και ταύτα πάντα έπασχον οι δυστυχείς χριστιανοί όχι διότι επεβουλεύθησαν τον σουλτάνον, ή τον παρήκουσαν, ή τον επολέμησαν, αλλά διότι άλλοι, κατοικούντες άλλα μέρη της επικρατείας του, τυχόντες να είναι ομογενείς των και ομόθρησκοι, εκίνησαν όπλα κατ’ αυτού»[139].

Μετά από τον πραγματικά απίστευτο καταιγισμό των μαρτυριών που μέχρι τώρα παραθέσαμε για την ζωή και την βιοτή των υπόδουλων Ελλήνων κατά την τουρκοκρατία, και για το πόση παιδεία τους επέτρεπε αυτός ο αφόρητος «ζυγός» να έχουν, ας θυμηθούμε και πάλι τι μας έλεγαν σχετικά οι αναθεωρητές ιστορικοί.

Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτούς, η αντίληψη πως «η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν «απολίτιστη» και «καθυστερημένη», και συνεχώς βίαιη έναντι των Ελλήνων και άλλων χριστιανών» είναι πέρα για πέρα «ανακρίβεια» και «στερεότυπο»[140]. Ο Ελληνισμός κατά την τουρκοκρατία «δεν κινδύνεψε ποτέ από τον κατακτητή να αφανιστεί», γιατί κάτι τέτοιο ο κατακτητής «όχι μόνον δεν το επιδίωξε, αλλά και δεν το επιθυμούσε»[141]. Τα «περί «400 χρόνων τουρκικού ζυγού» ήταν [λοιπόν] ένας μεγάλος Μύθος», αφού «η Οθωμανική αυτοκρατορία […] θεωρούσε τους Ρωμιούς και το Πατριαρχείο συνεταίρους της στη διοίκηση της αχανούς χώρας»[142]. Γι’ αυτό και «η οθωμανική περίοδος ώς και το 1914 μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πλέον ευνοϊκές συμβιώσεις κυρίαρχων μουσουλμάνων και υποτελών χριστιανών»[143].

Όμως, μετά από την πλημμυρίδα των μαρτυριών που παραθέσαμε, είμαστε πλέον σε θέση να εκτιμήσουμε εμείς οι ίδιοι το πόσο σοβαρή, έγκυρη και αξιόπιστη είναι τούτη εδώ η «επιστημονική» άποψη και θέση των αναθεωρητών ιστορικών.
Οι Τούρκοι και η παιδεία των Ελλήνων ραγιάδων κατά την τουρκοκρατία.

Αυτή η απερίγραπτα βάρβαρη και βάναυση συμπεριφορά των Τούρκων προς τους υπόδουλους Έλληνες, είχε φυσικά ως άμεσο και πρακτικό ως αποτέλεσμα τα περισσότερα μέρη του Ελληνισμού να βρίσκονται βουτηγμένα στο πηχτό σκοτάδι της απόλυτης αμάθειας. Πράγμα που άλλωστε το γνωρίζουμε ήδη, χάρις στις μαρτυρίες που παραθέσαμε έως τώρα: του Σχολάριου, του Ζυγομαλά, του Κύριλλου Λούκαρη, των Γερμανών κατά τον 17ο αιώνα και του Χρύσανθου Ιεροσολύμων.

Τις ξαναθυμίζω συνοπτικά:
Γεννάδιος Σχολάριος, πρώτος οικουμενικός πατριάρχης μετά την άλωση, αυτός που πήρε από τον Μωάμεθ τον πορθητή τα προνόμια για την εκκλησία (γύρω στο 1460): «Πού τα παιδευτήρια της σοφίας; […] Κατεπόθησαν υπό του Μωάμεθ»[144].

Θ. Ζυγομαλάς, αρχιγραμματέας του οικουμενικού πατριαρχείου (γύρω στο 1580): «Πάντα δεδουλωμένα δουλεία Αγαρηνών [εισί], και ουκ έχοντα τας ελευθέρους επιστήμας. […] Το δ’ αίτιον, ότι αι κακώσεις και αι συζητήσεις των τυραννούντων δειναί»[145]. «Σοφίαν γαρ ή μαθήματα, δούλοι όντες νυν, ουκ έχομεν»[146], «βαρβαρωθέντες εν βαρβάροις χρονίως»[147].

Κύριλλος Λούκαρης, οικουμενικός πατριάρχης (γύρω στο 1620): «Πως δεν έχομεν σοφίαν και μαθήματα, αλήθεια είναι. […] Αν είχε [όμως] βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγγίαν δέκα χρόνους, χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες. […] Και σεις μου λέγετε πως δεν έχομεν σοφίαν[148].

Χρύσανθος, πατριάρχης Ιεροσολύμων (1728): «[Με τα «φροντιστήρια» και τις ακαδημίες που είχαν παλιά], Αθήναι και Ελλάς ξύμπασα, επί μέγα ευκλείας και δόξης παρήλασεν. […] Εξ ότου δε τούτων εστέρηται, ζυγώ δουλείας βαρυτάτω και τυραννικοτάτω υποπετωκυία, […] δύστηνος και αξία θρήνων αποκατέστη»[149].

Οι Γερμανοί, που τον 17ο αιώνα έτρεμαν σύγκορμοι στην σκέψη και μόνον ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν να κατακτηθούν από τους Τούρκους. Και αυτό διότι γνώριζαν πως κάτι τέτοιο θα τους έκανε να μεταβληθούν και αυτοί, σαν τους Έλληνες, σε έναν «βάρβαρο, αμόρφωτο και σκαιό λαό»[150]!

Μετά από τα παραπάνω μπορούμε πολύ καλά ν’ αντιληφθούμε γιατί η παιδεία και τα σχολεία ήταν τόσο σπάνιο πράγμα στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό, όπως αναφέρει ο εγκυρότατος Κωνσταντίνου Κούμας: «Ήτο σπανιώτατον χρήμα (=πράγμα) η παιδεία, άντις ονομάση παιδείαν μετρίαν τινά είδησιν (=γνώση) της γλώσσης κατά γραμματικήν. Μέρους του γένους εγνώριζεν μόνον να διαβάζη και να γράφη όπως έτυχεν, και το περισσότερον ήτο βυθισμένον εις απόλυτον αγραμματίαν»[151].

Στις μαρτυρίες που παραθέσαμε πιο πάνω, που υποδεικνύουν ως μοναδικό υπεύθυνο για την ανυπαρξία της παιδείας και των σχολείων την τουρκική βαρβαρότητα, μπορούμε να προσθέσουμε τώρα και ακόμη δύο, του ιερομόναχου Δανιήλ Φιλιππίδη και του ίδιου του Κοραή.

Λέει ο Φιλιππίδης το 1791 στην Νεωτερική Γεωγραφία του[152]:

«Δια τα ήθη τους [των Ελλήνων], μα τι να πη τινάς [=κάποιος] δια τα ήθη αυτών οπού είναι υπόζυγοι, υστερημένοι από σχολεία, από βιβλία, από αναθροφή, από παιδεία. Μ’ όλον τούτο, το ελληνικόν εκείνο πνεύμα οπού εμψύχωνε τους προπάτοράς τους, ένας πολυχρόνιος ζυγός, οπού ζωόνει όλα και τα νεκρώνει, δεν ημπόρεσε να το σβήση. Δεν προσμένει παρά ένα αίσιο άνεμο να πνεύση, δια να ανάψη πάλιν εις το θέατρο του κόσμου. Τι ημπορεί να κάμη τώρα από κάτω εις μια ομίχλη, οπού επιπολάζει;»[153].

========================================

[131]. Η σχετική μαρτυρία του Σατωβριάνδου στο έργο Π.Μ. Κοντογιάννης Οι Έλληνες κατά τον Πρώτον επί Αικατερίνης Β΄ Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον (1768-1774), εν Αθήναις 1903, σσ. 374-375, όπου και η σχετική παραπομπή. Τα φριχτά αντίποινα που υπέστησαν συνολικά όλες οι περιοχές του Ελληνισμού από την εκδικητική μανία των Τούρκων μετά το τέλος των ορλωφικών βλέπε στο ίδιο έργο σσ. 312-377, με την ανάλογη τεκμηρίωση στις πηγές.
[132]. «The political situation of the Greeks resident in Turkey has been long truly deplorable; and the variety of humiliations to which they have been exposed, has more than once driven them to desperate efforts towards emancipation and the recovery of their indisputable right»s: J. Griffiths, Travels in Europe, Asia Minor and Arabia, London 1805, σ. 122.
[133]. J. Griffiths, όπ. παρ. σ. 210.
[134]. Για την Αφισιά ή Οφιούσα, ένα από τα τέσσερα νησιά της Προκονήσου ή Προικονήσου, κοντά στο νησί του Μαρμαρά, βλ. σχ. Π.Μ. Κοντογιάννης, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, Αθήναι 1921 (ανατύπωση 1995), σ. 270.
[135]. During our conversation, he frequently repeated how ardently he ought to hope for a change in the government of Constantinople; that the cultivation of his lands, and the natural advantages of the island, were such as to supply every want, and even lead to independence; but that the annual extortions of the Turks rendered all his endeavors fruitless; and the apprehension of personal chastisement or injury, at each of their visits, embittered every hour of his existence: Όπ. παρ. σ. 213. Τις μαρτυρίες αυτές του Griffiths οφείλω στο έργο Κ. Σιμόπουλος, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τ. 2, 1700-1800, Αθήνα 20019 [1973], σσ. 469-470.
[136]. Χ. Κουλούρη, «Έργο μετρημένο, χωρίς στόμφο, H Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Σπυρίδωνος Τρικούπη», εφ. Το ΒΗΜΑ, 9-04-2006.
[137]. Β. Κρεμμυδάς, Από τον Σπυρiδωνα Τρικούπη στο Σήμερα. Εισαγωγικός Τόμος στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Σπυρίδωνα Τρικούπη, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2007, σ. 149· 147.
[138]. Σ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, Β΄ έκδοσις, εν Λονδίνω 1860, σ. 93· Γ΄ έκδοσις, εν Αθήναις 1888, σ. 75.
[139]. Σ. Τρικούπη, όπ. παρ. Β΄ έκδοσις, εν Λονδίνω 1860, σ. 97· Γ΄ έκδοσις, εν Αθήναις 1888, σ. 78.
[140]. Α. Ηρακλείδης, «Τα Βιβλία Ιστορίας του Σχολείου, Πέρα από την Ανάγκη για «Βαρβάρους», εφ. Τα ΝΕΑ, 1-2-2007. Μ-Λ. Μουργκέσκου, Χ. Μπερκτάυ (επιμ.), Χ. Κουλούρη (διεύθ.), Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βιβλίο Εργασίας 1, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 14.
[141]. Β. Κρεμμυδάς, «H Εκκλησία, το Κράτος και οι Μύθοι. Με αφορμή την Πρόσφατη «Διένεξη», εφ. Τα ΝΕΑ, 26-8-2003.
[142]. Α. Ηρακλείδης, «Η Ανάγκη για Μύθους, 25η Μαρτίου και Κρυφό Σχολειό», εφ. Τα ΝΕΑ, 22-3-2007.
[143]. Α. Ηρακλείδης, Η Ελλάδα και ο «εξ Ανατολών Κίνδυνος», Αθήνα 2001, σ. 104.
[144]. Μ. Crusius, Turcograecia, Basileae 1584, σ. 100. Το ίδιο απόσπασμα από την επιστολή του Σχολάριου (με ελάχιστες διαφορές), βλ. στον πολυτιμότατο τόμο του Κ.Β. Σκουτέρη, Κείμενα του Νέου Ελληνισμού, Εκκλησιαστικαί Εκδόσεις Εθνικής Εκατονπεντηκοταετηρίδος, 3, εν Αθήναις 1971, σσ. 35-36.
[145]. Μ. Crusius, όπ. παρ. σσ. 93-94.
[146]. Μ. Crusius, όπ. παρ. σ. 431.
[147]. Μ. Crusius, όπ. παρ. σ. 437.
[148]. Α. Παπαδοπούλου-Κεραμέως, Ιεροσολυμιτική Βιβλιοθήκη, τ. 2, Αγ. Πετρούπολις 1894, σσ. 513-514. Κ.Β. Σκουτέρη, όπ. παρ. σσ. 63-64.
[149]. Χρυσάνθου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, Σιγιλλιώδες Γράμμα περί της εν Μολδοβλαχία υπό Γρηγοράσκου Γκίκα Βοεβόδα Φροντιστηρίων Ανεγέρσεως, 9/1728, στην έκδοση του É. Legrand, Recueil Documents Grecs, Concernant les Relations du Patriarcat de Jérusalem avec la Roumanie (1569-1728), Bibliothèque Greque Vulgaire 7, Α΄ έκδοση Paris 1895, σ. 283, Β΄ έκδοση Paris 1903, σ. 255.
[150]. G. Podskalsky, Η Ελληνική Θεολογία επί Τουρκοκρατίας, 1453-1821, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005 [γερμανικό πρωτότυπο: 1988], σ. 81, σημ. 5, όπ. και σχ. παραπομπή.
[151]. Κ.Μ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σσ. 554-55.
[152]. Το βιβλίο φέρεται με το όνομα και του Γρηγορίου Κωνσταντά, αλλά όπως έχει αποδείξει ήδη ο Α. Μηλιαράκης, ο πραγματικός συγγραφέας του είναι μόνον ο Φιλιππίδης. Α. Μηλιαράκης, «Δανιήλ Φιλιππίδης και η Γεωγραφία Αυτού (1791)», Εστία ΙΘ΄, 1885, σ. 115 κ. εξ.
[153]. Δανιήλ ιερομονάχου, Γρηγορίου ιεροδιακόνου, Γεωγραφία Νεωτερική, εν Βιέννη 1791, σ. 141. Και στην σύγχρονη επανέκδοσή της, με επιμέλεια της Α. Κουμαριανού, Δανιήλ Φιλιππίδης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική, Στοχαστική Πεζογραφία 45, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη (Διευθυντής Α. Αγγέλου), Αθήνα 2006 [19882], σσ. 119-120.

Συνεχίζεται
 Ὅσοι ἀναγνῶστες θὲλουν τὶς προηγούμενες ἀναρτήσεις τοῦ ἄρθρου, μποροῦν νὰ ἀνατρέξουν στὴν ἀναζήτηση τοῦ ἱστολογίου μας!

«Τριβέλι Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἐνημερώνουμε τοὺς ἀγαπητοὺς ἀναγνῶστες μας, ὅτι σχόλια, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχουν προσβλητικοὺς χαρακτηρισμούς, διαφημίζουν κόμματα ἢ εἶναι γραμμένα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες (γκρήκλις), θὰ διαγράφωνται ἄνευ προειδοποιήσεως!