Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ: Οι πηγές, οι μαρτυρίες, η αλήθεια (ΜΕΡΟΣ 16ον - ἀπὸ 18)

ΜΕΡΟΣ 16ον - ἀπὸ 18

Για τον Νερουλό είδαμε ποιος ήταν. Τώρα θα δούμε ποιοι ήταν και οι άλλοι που μαρτυρούν για το κρυφό σχολειό.


Ο πρώτος από αυτούς είναι ο Μισαήλ Αποστολίδης, ένας από τους πρώτους καθηγητές του Πανεπιστημίου, το 1837, και ένας εκ των ιδρυτών της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, ο οποίος έμαθε ελληνικά στον νεαρό Όθωνα, στο Μόναχο. Σε αντίθεση με τα όσα ανακριβή λέει ο Αγγέλου[279], ο Μισαήλ Αποστολίδης το 1837 δεν ήταν μητροπολίτης Αθηνών, αλλά απλός αρχιμανδρίτης. Ο Μισαήλ έγινε ανώτατος κληρικός πολύ μετά, το 1851 (αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας), ενώ μητροπολίτης Αθηνών έγινε μόλις το 1862, όποτε και πέθανε! Ούτε να το χαρεί δεν πρόλαβε ο άνθρωπος.


Ο αρχιμανδρίτης και καθηγητής Μισαήλ την μέρα της λαμπρής τελετής των εγκαινίων του Πανεπιστημίου εκφώνησε κατάλληλο πανηγυρικό, τον οποίων άκουσαν οι πιο επίσημοι Έλληνες, και φυσικά όλοι ο αγωνιστές, οι οποίοι βέβαια είχαν όλοι τους μεγαλώσει μέσα στη δουλεία. Είπε λοιπόν εκείνη την μέρα ο Μισαήλ, πως οι Τούρκοι δεν άφηναν τους Έλληνες να έχουν σχολεία, για να μην «φωτιστούν». Και πως τα λίγα σχολεία που υπήρχαν οφείλονταν «εις την φυσικήν των Ελλήνων […] προς μάθησιν κλίσιν»[280]. Αυτά τα λεγόμενα του Μισαήλ ο Αγγέλου τα θεωρεί ως αποτέλεσμα της εθνικής ρητορικής που αναπτύχθηκε στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα. Φυσικά δεν θα το έλεγε αυτό ο Αγγέλου, αν είχε υπόψιν του την μαρτυρία του Ζυγομαλά, ας πούμε, που παραθέσαμε πιο πάνω.


Επίσης, όταν ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Φίλιππος Ιωάννου παρέδιδε το 1849 την πρυτανεία στο διάδοχό του, καθηγητή της Νομικής Γεώργιο Μαυροκορδάτο, είπε στον κατάλληλο για την περίσταση λόγο που εκφώνησε πως η ελληνική νεολαία επί τουρκοκρατίας «εδιδάσκετο λαθραίως εν υπογείοις και εν ταις οπαίς της γης, τον τύραννον διαφεύγουσα». Φυσικά, αυτή η καταλυτική μαρτυρία για το κρυφό σχολειό της δουλείας δεν θα μπορούσε για τον Αγγέλου να είναι τίποτε άλλο παρά εθνική ρητορική[281].


Να θυμίσω μόνον εδώ, πως ο Φίλιππος Ιωάννου γεννήθηκε το 1800 και πως ανήκε στον κύκλο του Κοραή[282] και ήταν ο πρώτος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, από το 1839. Το 1846 εξελέγη Βουλευτής του Πανεπιστημίου και αργότερα Γερουσιαστής. Εξελέγη δυο φορές πρύτανης και έξι φορές κοσμήτορας της Φιλοσοφικής σχολής. Για πολλά χρόνια επίσης διετέλεσε πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Το να απορρίπτουμε μια μαρτυρία ενός τόσο σπουδαίου και διακεκριμένου ανθρώπου και επιστήμονα, μόνο και μόνο επειδή εμείς θεωρούμε πως είναι προϊόν ρητορικού λόγου, χωρίς να προσάγουμε κανένα απολύτως στοιχείο που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό μας, αυτό νομίζω πως είναι και αντεπιστημονικό και ηθικά απαράδεκτο.


Με το ίδιο σκεπτικό απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και η μαρτυρία για το κρυφό σχολειό του καθηγητή της Νομικής σχολής Κωνσταντίνου Φρεαρίτη, το 1863.


Όπως ήδη διαπιστώσαμε, καμιά από τις μαρτυρίες για το κρυφό σχολειό δεν προέρχεται από την Εκκλησία. Ο Μισαήλ Αποστολίδης και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, παρ’ όλο που είναι κληρικοί, ανήκουν οργανικά και άμεσα στην νεοελληνική διανόηση και τον διαφωτισμό[283], όπως ακριβώς και ο κληρικός Νεόφυτος Βάμβας, η μαρτυρία του οποίου χρησιμοποιείται ως απόδειξη για την ανυπαρξία του κρυφού σχολειού.


Όμως, την ύπαρξη του κρυφού σχολειού μας επιβεβαιώνουν όμως και δυο επιπλέον μαρτυρίες, με ιδιαίτερα μεγάλο βάρος και σημασία, τις οποίες ο Αγγέλου αγνοεί.


Η πρώτη είναι η μαρτυρία του Φωτάκου. Και τις ο Φωτάκος; Ο πρώτος υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, ο οποίος αναφέρει στα Απομνημονεύματά του:


«Μόνοι των οι Έλληνες εφρόντιζαν δια την παιδείαν, η οποία εσυνίστατο εις το να μανθάνουν τα κοινά γράμματα, και ολίγην αριθμητικήν ακανόνιστον. Εν ελλείψει δε διδασκάλου ο ιερεύς εφρόντιζε περί τούτου. Όλα αυτά εγίνοντο εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους»[284].


Ο καλαμαράς Φωτάκος, ο οποίος γεννήθηκε και ανδρώθηκε μέσα στην σκλαβιά, αναφέρει αυτό που σαν παιδί και σαν νεαρός έζησε ως άμεσο και προσωπικό του βίωμα. Και είναι τόσο αυθόρμητος και τόσο ανυποψίαστος ο τρόπος με τον οποίον καταθέτει αυτήν την πολυτιμότατη μαρτυρία του, ώστε να μην μπορεί κανείς να του επιρρίψει την παραμικρή μομφή για εθνικιστική ρητορεία ή νεοελληνικό ρομαντισμό. Το αντίθετο. Ο Φωτάκος μαρτυρεί ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της πνευματικής αντίστασης των Ελλήνων, το κρυφό σχολειό, μέσα σε όλες κι όλες δυο γραμμές, χωρίς μάλιστα να κάνει το παραμικρό επιπλέον σχόλιο.


Η επόμενη μαρτυρία προέρχεται από τον Νικόλαο Δραγούμη.

 Ο Νικόλαος Δραγούμης επίσης δεν ήταν μια τυχαία προσωπικότητα, αλλά ένας λόγιος που ανδρώθηκε μέσα στον αγώνα με τις καλύτερες προϋποθέσεις[285]. Η μαρτυρία του Δραγούμη ανάγεται στο 1855 και βρίσκεται στον Ε΄ τόμο του περιοδικού που εξέδιδε, την Πανδώρα. Εκεί, λοιπόν, γράφοντας για τον πατέρα του Μάρκο που γεννήθηκε το 1770 και πέθανε το 1854, αναφέρει τα εξής:


«Ουχί μόνον κοπιώντες, αλλά και κινδυνεύοντες εσπούδαζον οι πατέρες ημών γράμματα. Έκαστος των Τούρκων, και ο έσχατος, ως γνωστόν, είχε το δικαίωμα να τυραννή, να φορολογή και να φονεύη τους οπαδούς του Χριστού. Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και τα κατέτρεχον παντοιοτρόπως, και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσι την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, εις εξ αυτών, ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος, έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα, και έδιδε προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν Οθωμανόν ερχόμενον μακρόθεν. Και αμέσως εγίνετο βαθεία σιωπή! Διότι ουαί και εις διδάσκοντας και εις διδασκομένους, εάν ο αγέρωχος διαβάτης ήκουε θόρυβον ή φωνάς μαρτυρούσας διδασκαλίαν! Ανέβαινεν όλως πνέων θυμόν εις το επίτηδες ζοφούμενον σχολείον, και εξυλοκόπει και ετραυμάτιζε και μίαν-μίαν απέσπα τας τρίχας του διδασκάλου, ένα ετύγχανε φέρων (ως σύνηθες τότε) πώγωνα!


Ως εάν έφερε μεγαλόσταυρον εις τον λαιμόν, και ταινίαν εγκάρσιον εις το στήθος, εκαυχάτο πάντοτε ο πατήρ μου ότι εδάρη υπό Οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων


«Δια τοιούτων κόπων και κινδύνων, προσέθετεν επί τέλους οσάκις διηγείτο ταύτα, εδιδασκόμεθα και εδιδάσκομεν. Και υπεμένομεν όλα καρτερικώς και αγαλλώμενοι»[286].


Δεν νομίζω πως μπορεί να υπάρξει πιο παραστατική αλλά και πιο αξιόπιστη μαρτυρία, μέσα από την καρδιά της τουρκοκρατίας, για την ύπαρξη του κρυφού σχολειού και για τον τρόπο με τον οποίο αυτό λειτουργούσε. Έντρομοι και φοβισμένοι δάσκαλοι και μαθητές πήγαιναν σε επίτηδες σκοτεινιασμένα σχολεία, ώστε να μην τους πάρει χαμπάρι κανένας Τούρκος ότι κάνουν μάθημα και τους σαπίσει στο ξύλο! Γι’ αυτό καθ’ όλη την διάρκεια του μαθήματος έβαζαν τσιλιαδόρο, για να τους ειδοποιεί όταν έρχονταν κανένας Τούρκος, ώστε να σταματήσουν αμέσως το μάθημα. Το σημαντικό σε τούτη εδώ την μαρτυρία είναι πως αποτελεί προσωπική κατάθεση μιας συγκεκριμένης εμπειρίας του Μάρκου Δραγούμη, πατέρα του Νικολάου, την οποία έζησε και βίωσε άμεσα και προσωπικά ο ίδιος.


Όμως, κρυφά σχολειά υπήρχαν μέχρι και τον 20 αιώνα, στις περιοχές που ο Ελληνισμός παρέμενε ακόμη υπόδουλος. Ο Γάλλος δημοσιογράφος Rene Puaux (Πυώ) περιηγήθηκε την Ήπειρο το 1913, αμέσως μόλις απελευθερώθηκαν τα εδάφη αυτά από τον ελληνικό στρατό. Συνομιλώντας με Έλληνες Ηπειρώτες, οι οποίοι μόλις είχαν απαλλαγεί από τον τουρκικό ζυγό, μάθαινε έκπληκτος και τα εξής σχετικά με την «ελευθερία» που απολάμβαναν οι Έλληνες στην παιδεία και τα σχολεία τους:


«Κανένα βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα δεν γινόταν δεκτό στα σχολεία της Ηπείρου. Ήταν επιβεβλημένο να τα προμηθεύονται όλα από την Κωνσταντινούπολη. Η Ελληνική Ιστορία ήταν απαγορευμένη. Στην περίπτωση αυτή λειτουργούσαν πρόσθετα κρυφά μαθήματα. Χωρίς βιβλία, χωρίς τετράδια ο νεαρός Ηπειρώτης μάθαινε για τη μητέρα Πατρίδα, διδασκόταν τον Εθνικό της Ύμνο, τα ποιήματά της και τους ήρωες της. Οι μαθητές κρατούσαν στα χέρια τους τη ζωή των δασκάλων τους. Μία ακριτομυθία, μια καταγγελία ήταν αρκετή. Δεν είναι συγκινητικό, αυτά τα διακόσια μικρά αγόρια και τα διακόσια πενήντα κοριτσάκια να δέχονται τις επιπλέον ώρες των μαθημάτων (στην ηλικία, που τόσο αγαπούν τα παιχνίδια), να συζητούν για την Ελλάδα και επιστρέφοντας στις οικογένειές τους με τα χείλη ραμμένα να κρατούν τον ενθουσιασμό μυστικό στην καρδιά;»[287].


Είδαμε πιο πριν με πόση σκαιότητα επιτέθηκε ο καθηγητής Λιάκος στον καθηγητή Κακριδή, όταν ο τελευταίος, με αφορμή αυτήν την μαρτυρία, τόλμησε να αναρωτηθεί αν τελικά το κρυφό σχολειό δεν είναι και τόσο μύθος, όσο τουλάχιστον θέλουν να το παρουσιάζουν οι ιστορικοί της αποδόμησης. Και σχολιάσαμε αρκετά την «απάντηση» του καθηγητή Λιάκου. Εδώ θα συμπληρώσουμε μόνον πως ο Λιάκος θεωρεί ότι τα όσα αναφέρει ο Γάλλος δημοσιογράφος «δεν παραπέμπουν στην ύπαρξη «κρυφού σχολειού» στην Ήπειρο κατά τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, αλλά στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης»[288]! Κρίσεις και σχόλια δικά σας.


Οι ιστορικοί της εκπαίδευσης και το κρυφό σχολειό.


Α) Παρανίκας.

Ένα από τα επιχειρήματα του Αγγέλου για την ανυπαρξία του κρυφού σχολειού είναι πως το αγνοούν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι για το θέμα, δηλαδή οι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με την παιδεία και την εκπαίδευση των Ελλήνων στην εποχή της τουρκοκρατίας. Πρώτος απ’ όλους αναφέρεται ο Ματθαίος Παρανίκας ο οποίος, όπως ήδη είπαμε, δημοσίευσε το 1867 την εργασία του Σχεδίασμα περί της εν τω Ελληνικώ Έθνει Καταστάσεων των Γραμμάτων από Αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.) μέχρι των Αρχών της Ενεστώσης (ΙΘ΄) Εκατονταετηρίδος. Όπως παρατηρεί ο Αγγέλου, με αυτήν την εργασία, όπως και με εκείνες των Αραβαντινού, Σάθα, και Λάμπρου «κάνει ομαδικά την εμφάνισή της, μέσα σε συντομότατο χρονικό διάστημα, η νεογέννητη επιστήμη της νεώτερης παιδείας μας και αποδεικνύει ότι η έρευνα όταν μένει ανεπηρέαστη από τις εμπνεύσεις οποιασδήποτε σκοπιμότητας, μπορεί να σταθεί μακριά από κάθε λογής μυθοπλασίες. Σε καμία απολύτως από τις σχετικές εργασίες όσες μνημονεύτηκαν έως τώρα, δεν έκανε σε καμία στιγμή, με οποιοδήποτε τρόπο την εμφάνισή του το θέμα του κρυφού σχολειού»[289].


Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ο Παρανίκας μπορεί στην εξαιρετικής ποιότητας και αξιοπιστίας εργασία του να μην αναφέρεται άμεσα στο θέμα του κρυφού σχολειού, περιγράφει όμως με απόλυτη σαφήνεια στις προϋποθέσεις που κατέστησαν αναγκαία την ύπαρξη και την εμφάνισή του. Δηλαδή την καταπίεση και την τυραννία που ασκούσαν οι Τούρκοι στους υπόδουλους ραγιάδες στο θέμα της παιδείας και των σχολείων. Πιο συγκεκριμένα, ο Παρανίκας αναφέρει επί λέξει τα εξής, τα οποία και πιο παραπάνω παραθέσαμε:


«Βαθμηδόν όμως, των δεινών αυξανόντων, εμαραίνετο [στην Πελοπόννησο] κατά μικρόν και το δένδρον της παιδείας»[290].


Κατά τον Παρανίκα είναι φανερό πως η αιτία για τον μαρασμό της παιδείας στην Πελοπόννησο ήταν η «αύξησις των δεινών» της τουρκικής κατοχής. Γι’ αυτό και όταν η Πελοπόννησος απαλλάχτηκε για λίγες δεκαετίες από αυτόν τον ζυγό, με το πέρασμά της στου Βενετσιάνους, σ’ εκείνο το διάστημα άνθησε και η παιδεία. Τα ίδια με την Πελοπόννησο λέει ο Παρανίκας και για την Μικρά Ασία, όπως αναλυτικά είδαμε πιο πάνω. Δηλαδή, για άλλη μια φορά ο Παρανίκας υποδεικνύει σαν αίτιους για το βαθύ σκοτάδι που είχε καλύψει επί αιώνες μια περιοχή του Ελληνισμού τους Τούρκους και την φρικτή τους τυραννία.

========================================
[279]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ. σ. 27. Το λάθος του Αγγέλου αναπαράγουν όλοι οι επόμενοι αποδομητές ιστορικοί, όπως λ.χ. η ερευνήτρια Γ. Κατσιαμπούρα, «Το Κρυφό Σχολειό και ο Γρηγόριος Ε΄», εφ. Η ΑΥΓΗ, 24-3-2004, και ο καθηγητής Γ. Κόκκινος, Διδακτικές Προσεγγίσεις στο Μάθημα της Ιστορίας. Για μια Νέα Διδακτική Μεθοδολογία στην Υπηρεσία της Κριτικής Ιστορικής Σκέψης, Αθήνα 20063, σ. 127.

[280]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ. σ. 28.

[281]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ. σ. 30.

[282]. Π. Στάθης, «Το Κρυφό Σχολειό του Άλκη Αγγέλου», εφ. Η ΑΥΓΗ, 12-4-1998.

[283]. Για τον Οικονόμο βλ. Αγγέλου, όπ. παρ. σ. 29.

[284]. Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1977, τ. 1, σ. 27 (Προκαταρτικά-Πώς εδιοικούντο αι κοινότητες).

[285]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ. σ. 42.

[286]. Ν. Δραγούμη, «Απόσπασμα Υπομνημάτων Ανεκδότων», Πανδώρα, τόμος 5, τεύχ. 115 της 1 Ιανουαρίου 1855, σσ. 450-451.

[287]. R. Puaux, Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος, Αθήνα χ.χ., σ. 126.

[288]. Α. Λιάκος, «Είναι Μύθος το «Κρυφό Σχολειό»;», εφ. Το ΒΗΜΑ, 8-3-1998.

[289]. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997, σ. 40.


[290]. Μ. Κ. Παρανίκα, Σχεδίασμα περί της εν τω Ελληνικώ Έθνει Καταστάσεων των Γραμμάτων από Αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.) μέχρι των Αρχών της Ενεστώσης (ΙΘ΄) Εκατονταετηρίδος, εν Κωνσταντινουπόλει 1867, σ. 105.

Συνεχίζεται


Ὅσοι ἀναγνῶστες θὲλουν τὶς προηγούμενες ἀναρτήσεις τοῦ ἄρθρου, μποροῦν νὰ ἀνατρέξουν στὴν ἀναζήτηση τοῦ ἱστολογίου μας!


«Τριβέλι Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἐνημερώνουμε τοὺς ἀγαπητοὺς ἀναγνῶστες μας, ὅτι σχόλια, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχουν προσβλητικοὺς χαρακτηρισμοὺς ἢ εἶναι γραμμένα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες (γκρήκλις), θὰ διαγράφωνται ἄνευ προειδοποιήσεως!