Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ: Οι πηγές, οι μαρτυρίες, η αλήθεια (ΜΕΡΟΣ 17ον - ἀπὸ 18)

ΜΕΡΟΣ 17ον - ἀπὸ 18

Β) Χασιώτης.

Τα ίδια με τον Παρανίκα λέει και ο επόμενος ιστορικός της παιδείας μας, ο Γεώργιος Χασιώτης, ο οποίος όμως προχωράει ένα βήμα παραπέρα, αναφερόμενος ευθέως και άμεσα στο κρυφό σχολειό, προς μεγάλη θλίψη του Αγγέλου. Για τον Αγγέλου, ο Χασιώτης είναι ένας επιστήμονας ο οποίος «προσανατόλισε την ιστορική έρευνα εντελώς προς την πραγματικότητα»[291]. Αυτό ισχύει για όλες τις συγγραφές του Χασιώτη που απευθύνονται στο ελληνικό κοινό. Όταν όμως απευθύνεται στους Ευρωπαίους, εκεί περνάει από την ιστορία στον ρητορικό λόγο, ερχόμενος σε αντίφαση με τον ίδιο του τον εαυτό[292].


Πιο συγκεκριμένα, το 1881 ο Χασιώτης δημοσιεύει στα γαλλικά το γιγαντιαίο έργο του L’ Instruction Publique chez Grecs depui la Prise de Constantinople par le Turcs jusqu’à nos Jours, Paris. Εκεί, ο ιστορικός της παιδείας με πραγματικά υποδειγματική ακρίβεια περιγράφει τους αμέτρητους κινδύνους που βίωναν κάθε μέρα τα Ελληνόπουλα κατά την τουρκοκρατία, προκειμένου να γλιτώσουν την τιμή τους και το φριχτό παιδομάζωμα. Αυτές είναι οι καταστάσεις που οδήγησαν με την σειρά τους στην γέννηση του κρυφού σχολειού, στο οποίο αναγκάζονταν τα Ελληνόπουλα να πηγαίνουν νύχτα, μιας και την μέρα δεν κυκλοφορούσαν καθόλου, διότι κινδύνευαν να τα αρπάξουν οι Τούρκοι.

Λέει πολύ χαρακτηριστικά ο Χασιώτης: «Για μακρά περίοδο, η εκπαίδευση ήταν ασήμαντη. Πραγματικά, πώς να πάει κανείς σχολείο; Πώς να διασχίσει τους δρόμους; Γιατί μόλις έβγαιναν τα παιδιά από το πατρικό τους σπίτι –αλίμονο!– τα άρπαζαν οι γενίτσαροι, μια ορδή τόσο μισητή και τόσο φοβερή! Την νύχτα, με το φως της σελήνης, λέει ένα λαϊκό τραγούδι, τα Ελληνόπουλα, αψηφώντας την τουρκική σκληρότητα, έτρεχαν στα σχολεία για να πάρουν από εκεί μερικά ράκη του αρχαίου πολιτισμού της πατρίδας τους»[293].

Μετά από τις μαρτυρίες του Κοραή, του Υψηλάντη, των Δημητριέων και κυρίως του Κούμα, ο οποίος Κούμας τα όσα περιγράφει εδώ ο Χασιώτης τα είχε ζήσει αυτός ο ίδιος στο πετσί του, μετά λοιπόν από τον καταιγισμό όλων αυτών των μαρτυριών, είμαστε σε θέση πλέον να ξέρουμε πολύ καλά το πόσο ακριβής και έγκυρος είναι ο Χασιώτης όταν λέει όλα τα παραπάνω. Και όμως! Αυτή η ακριβέστατη αναφορά του Χασιώτη, είναι για τον Αγγέλου ένα τυπικό παράδειγμα του ρητορικού λόγου, ο οποίος έχει σαν στόχο να συγκινήσει το αλλοδαπό του ακροατήριο.

Αυτό σε φανερή αντίθεση και με την γραμμή που υποτίθεται πως ο Χασιώτης ακολουθεί σε όλα τα ελληνόφωνα συγγράμματά του, στα οποία παραμένει πιστός στην ιστορική έρευνα. Αλλά έπασχε ο Χασιώτης από τέτοιο διχασμό της επιστημονικής του προσωπικότητας, όπως το θέλει ο Αγγέλου; Καθόλου. Ο Χασιώτης είχε χαράξει μια ενιαία επιστημονική γραμμή, την οποία ακολουθούσε με συνέπεια. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από το παράθεμα του ίδιου του Αγγέλου, στο οποίο ο Χασιώτης λέει επί λέξει: «Το σχολείον της κοινότητος ή της χώρας ην ταπεινός τις πρόναος ή αφανές οίκημα, περιδεώς κλειόμενον και ανοιγόμενον, ένθα οι μαθηταί, επί ψαθίων καθήμενοι οκλά, εδιδάσκοντο τα κολλυβογράμματα»[294].

Αυτό το «περιδεώς κλειόμενον και ανοιγόμενον» τι άλλο δείχνει, παρά τον τρόμο των δύστυχων παιδιών μην τυχόν γίνονταν αντιληπτά από τους Τούρκους ότι έκαναν μάθημα στο «αφανές τους οίκημα»; Και καλά, ο Αγγέλου δεν προβληματίσθηκε από αυτό το «περιδεώς». Αλλά ούτε η αναφορά του Χασιώτη σε «αφανές οίκημα» δεν του έκανε καθόλου «κλικ»; Γιατί, αφού «οι Τούρκοι δεν είχαν απαγορέψει ποτέ τα σχολεία», να είναι το σχολικό οίκημα «αφανές»; Μόνον σε μια περίπτωση είχε νόημα ένα σχολείο να λειτουργεί σε «αφανές» κτήριο: Στην περίπτωση που αυτό ήταν ένα σχολείο «παράνομο», δηλαδή ένα κρυφό σχολειό, το «επίτηδες ζοφούμενον σχολείον», όπως το περιέγραψε παραπάνω ο Μάρκος Δραγούμης.

Και βέβαια, μ’ όλο τους το δίκιο έτρεμαν τότε τα Ελληνόπουλα, όταν άνοιγαν ή έκλειναν την πόρτα του «σχολείου» τους, αφού ήξεραν πολύ καλά πως αν τους καταλάβαιναν οι Τούρκους, θα υφίσταντο όλα εκείνα τα δεινά που με τόση ενάργεια περιέγραψε ο Μάρκος Δραγούμης στον γιο του Νικόλαο, και ο Νικόλαος Δραγούμης σε μας.

Γ) Ευαγγελίδης.

Το κρυφό σχολειό αναφέρει και ο τρίτος κατά σειρά ερευνητής της παιδείας επί τουρκοκρατίας, ο Τρύφων Ευαγγελίδης, ο οποίος στο πελώριο δίτομο έργο του δεν έχει αφήσει σχολείο για σχολείο του υπόδουλου Ελληνισμού που να μην το αναφέρει διεξοδικά, με όλες τις δυνατές λεπτομέρειες.
Στον πρόλογο (κι αυτός!) του βιβλίου του, λέει επί λέξει τα εξής: «Οι χρόνοι ήσαν σκοτεινοί και ζοφεροί διά το γένος, η δε καλλιέργεια των γραμμάτων επικίνδυνον εγχείρημα και όμως, παρ’ όλους τους απαγορευτικούς νόμους των Τούρκων, […] οι Έλληνες κρύφα και εν παραβύστω εκαλλιέργουν τας Μούσας»[295].

Αυτά και οι ιστορικοί της εκπαίδευσης.

Συμπεράσματα.
Μετά από όλες τις μαρτυρίες και τις πηγές που αναφέραμε και αναπτύξαμε σε όλη την μελέτη μας μέχρι τώρα, μπορούμε συνοπτικά να υποστηρίξουμε τα εξής.

α) Το κρυφό σχολειό ήταν μια ιστορική κατάσταση που όχι μόνον υπήρξε, αλλά και η οποία αφορούσε όλη την τουρκοκρατία και όχι μόνον τους «σκοτεινούς αιώνες» της «πρώτης» τουρκοκρατίας, όπως νομίζουν πολλοί μελετητές που αποδέχονται την ύπαρξη του[296]. Το κρυφό σχολειό τέμνει κάθετα όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας, φτάνοντας όχι μόνον μέχρι το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όπως μας αποκαλύπτουν οι μαρτυρίες του Μάρκου Δραγούμη και του Φωτάκου, αλλά ακόμη και μέχρι τις παρυφές του 20ου (μαρτυρία Ρενέ Πυώ).

β) Οι λόγοι που κατέστησαν απαραίτητη την δημιουργία και την λειτουργία του κρυφού σχολειού ήταν α) η βιαιότητα με την οποία πολλοί τοπικοί Τούρκοι διοικητές δίωκαν άμεσα ή έμμεσα την παιδεία των υπόδουλων Ελλήνων. β) Το υπέρογκο ποσό που ζητούσαν πολλοί τοπικοί διοικητές για να δώσουν την απαιτούμενη άδεια για την ίδρυση και την λειτουργία του σχολείου, αν την έδιναν καθόλου. γ) Ο τρόμος των γενίτσαρων και δ) η εχθρική συμπεριφορά των τοπικών μουσουλμανικών πληθυσμών προς τους χριστιανούς συμπολίτες τους.

Ειδικότερα:
1) Το πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημα για την ίδρυση και την λειτουργία ενός σχολείου κατά την τουρκοκρατία ήταν το να δώσει ο τοπικός Τούρκος διοικητής την σχετική άδεια. Όμως κάποιοι διοικητές δεν έδινε ποτέ άδεια, για να λειτουργήσει κάποιο σχολείο στην περιοχή του. Άλλοι πάλι δέχονταν να δώσουν την σχετική άδεια, αλλά απαιτούσαν γι’ αυτήν υπέρογκα ποσά. Τέλος, υπήρχαν περιπτώσεις όπου ενώ δίνονταν η άδεια, μετά το σχολείο που είχε ιδρυθεί έκλεινε με την βία, ενώ δημεύονταν η περιουσία του και φυλακίζονταν οι δάσκαλοι, όπως στην περίπτωση της Κρήτης που είδαμε. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι ταλαίπωροι ραγιάδες «έφτιαχναν» το μοναδικό σχολείο που ήξεραν ότι θα ξεφύγει από την μανία του κατακτητή, δηλαδή κρυφό σχολειό.

2) Οι γενίτσαροι ήταν ένα στρατιωτικό σώμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, το οποίο σκόρπισε για πολλούς αιώνες ανείπωτη φρίκη και δυστυχία στους υπόδουλους Έλληνες. Και επειδή πολλές φορές δρούσαν εντελώς ανεξέλεγκτα, ήταν απαραίτητη ακόμη και η επέμβαση του σουλτάνου για να κοπάσει κάπως η ασυγκράτητη αγριότητά τους. Μεταξύ όλων των άλλων, ένα από «ανδραγαθήματα» των γενίτσαρων ήταν και η κατεδάφιση εκκλησιών και σχολείων.

Έτσι, οι γενίτσαροι με τα φριχτά τους «κατορθώματα» αποτέλεσαν τον δεύτερο λόγο για την δημιουργία του κρυφού σχολειού κατά την τουρκοκρατία. Και αυτό γιατί πάμπολλες δυστυχισμένες χριστιανές μανάδες κρατούσαν τα μικρά τους αγόρια για χρόνια ολόκληρα αυστηρά κλεισμένα μέσα στο σπίτι τους, επειδή δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να πέσουν τα παιδιά τους στα χέρια τους και να υποστούν όλα εκείνα, που καμία ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να περιγράψει. Αλλά για να μην μείνουν τελείως αγράμματα, έστελναν τα παιδιά τους, με όλες τις δυνατές προφυλάξεις, σχολείο την νύχτα. Σχολείο το οποίο ήταν βέβαια παράνομο και απαγορευμένο, άρα κρυφό, αφού τα επίσημα και νόμιμα είχαν γίνει από τους γενίτσαρους ερείπια.

3) Την αφόρητη πίεση και τυραννία που ασκούσαν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι μιας περιοχής στους ταλαίπωρους Έλληνες συμπολίτες του την έχει επισημάνει με απόλυτη ενάργεια ήδη ο Κωνσταντίνος Κούμας με αυτά εδώ τα λόγια: «Εις τα πόλεις τα κατοικουμένας το πλείστον μέρος υπό Τούρκων έπασχαν οι άθλιοι [Έλληνες] κακά μεγάλα, ως επί το πλείστον από την κατωτέραν μερίδαν του έθνους τούτου».

Αντίθετα, στις περιοχές που κατοικούνταν κυρίως από Έλληνες, εκεί οι Έλληνες είχαν τέτοια ελευθερία, που μπορούσαν να έχουν ακόμη και σχολεία, όπως τόσο ζωηρά παρατηρεί ο Κούμας:

«Αι κωμοπόλεις και τα χωριά, όπου εκατοίκουν μόνον χριστιανοί, τα κακά ταύτα ήσαν άγνωστα. Οι κωμοπολίται […] ηδύναντο να φθάσωσιν εις ακμήν αξιόλογον. Πολλοί τούτων διετήρουν και ελληνικά σχολεία»[297].

Το πόσο δίκιο είχε σε αυτήν την τοποθέτησή του ο Κούμας το απέδειξαν τα όσα συνέβησαν στο Ρέθυμνο και στα Χανιά τον Μάρτη του 1821, όπου ο μανία του βάρβαρου και ανεξέλεγκτου τουρκικού όχλου οδήγησε στο κλείσιμο των αλληλοδιδακτικών σχολείων που λειτουργούσαν στις δυο αυτές πόλεις, και στην εκτέλεση ενός από τους δασκάλους.

4) Κρυφά σχολεία ήταν και τα σχολεία τα οποία ίδρυσε στις αρχές του 18ου αιώνα ο μεγάλος δραγουμάνος της Πύλης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος διότι, όπως αναφέραμε, η άδεια που δίνονταν γι’ αυτά δεν ήταν άδεια για σχολεία, αλλά για φυλακές. Αυτό δεν το έκαναν οι Τούρκοι τυχαία, αφού ακόμη και αν κάποια στιγμή αποκαλύπτονταν πως η συγκεκριμένη φυλακή ήταν τελικά σχολείο, αυτό δεν θα άλλαζε και πολύ τα πράγματα. Διότι αν κάποτε το συγκεκριμένο σχολείο έκλεινε, όπως γίνονταν συνήθως, με την βία ή από έλλειψη χρημάτων, δεν θα μπορούσε αργότερα να ξαναλειτουργήσει, διότι η άδεια που είχε δεν ήταν για σχολείο, αλλά για φυλακή.

5) Τα κρυφά σχολεία ήταν σχολεία και της στοιχειώδους παιδείας, δηλαδή δημοτικά, και της μέσης, δηλαδή γυμνάσια. Το πώς λειτουργούσαν τα κρυφά σχολεία της στοιχειώδους παιδείας μας το διασώζει η παράδοση, αλλά και οι ιστορικοί της εκπαίδευσης, όπως ο Χασιώτης. Νύχτα πήγαιναν εκεί τα παιδιά, για να τους μάθει τα κολλυβογράμματα ο παπάς ή καλόγερος του μοναστηριού. Το πώς λειτουργούσαν τα κρυφά «γυμνάσια» της εποχής επίσης δεν χρειάζεται να το υποθέσουμε, διότι έχουμε την μαρτυρία του Δραγούμη, ο οποίος μας περιγράφει από πρώτο χέρι το κρυφό σχολειό, στο οποίο πήγαινε ο ίδιος.

========================================

[291]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ. σ. 48.
[292]. Α. Αγγέλου, όπ. παρ. σ. 50.
[293]. Το παράθεμα στον Α. Αγγέλου, όπ. παρ. σ. 50.
[294]. Το παράθεμα στον Α. Αγγέλου, όπ. παρ. σ. 47.
[295]. Τ. Ε. Ευαγγελίδης, Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας, Ελληνικά Σχολεία από της Αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, τ. 1, εν Αθήναις 1936, σ. LXXIX. Την μαρτυρία αυτήν χρωστώ στον Ν.Β. Χρονόπουλου, Η Αλήθεια για το Κρυφό Σχολειό, Αθήνα 2002.
[296]. Τις σχετικές παραπομπές βλ. στο έργο του Α.Α. Μανδρίκα, «Κρυφό Σχολειό», Μύθος ή Πραγματικότητα; Αθήνα 1992, σσ. 111-113.
[297]. Κ.Μ. Κούμα, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τ. 12, εν Βιέννη της Αυστρίας 1832, σ. 539.
Συνεχίζεται


Ὅσοι ἀναγνῶστες θὲλουν τὶς προηγούμενες ἀναρτήσεις τοῦ ἄρθρου, μποροῦν νὰ ἀνατρέξουν στὴν ἀναζήτηση τοῦ ἱστολογίου μας!




«Τριβέλι Πᾶνος» 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἐνημερώνουμε τοὺς ἀγαπητοὺς ἀναγνῶστες μας, ὅτι σχόλια, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχουν προσβλητικοὺς χαρακτηρισμοὺς ἢ εἶναι γραμμένα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες (γκρήκλις), θὰ διαγράφωνται ἄνευ προειδοποιήσεως!