Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ: Οι πηγές, οι μαρτυρίες, η αλήθεια (ΜΕΡΟΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΝ)

ΜΕΡΟΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΝ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 
                       

Αποδήμηση και επιστήμη. Και ελευθερία της έκφρασης.


Μετά από όλα όσα αναφέραμε προκύπτει ένα αυθόρμητο ερώτημα, με την διερεύνηση του οποίου θα κλείσουμε τούτη την μικρή μελέτη μας για την μεγάλη ιστορία του Έθνους κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Ενώ λοιπόν η ιστορική αλήθεια σχετικά με την τουρκική βαρβαρότητα γενικά, αλλά και την ύπαρξη του κρυφού σχολειού ειδικότερα, είναι τόσο προφανής, όπως είδαμε, γιατί άραγε οι αναθεωρητές ιστορικοί υποστηρίζουν με τόση ένταση και πείσμα πως όλα αυτά είναι «μύθοι», αποσιωπώντας αυτές τις πηγές που πιο πάνω παραθέσαμε; Και το ερώτημα αυτό γίνεται ακόμη πιο βασανιστικό, αν αναλογιστούμε πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι καθηγητές πανεπιστημίου και ερευνητές, οι οποίοι ομνύουν σε κάθε τους γραφτό και σε κάθε τους δημόσια τοποθέτηση στην «επιστημονική έρευνα», την «νηφάλια επιστημονική διαπραγμάτευση» και την «αυστηρή ιστορική μέθοδο»[298].



Ευτυχώς οι αναθεωρητές ιστορικοί είναι άνθρωποι οι οποίοι δεν μασάνε τα λόγια τους και μπορούμε να μαθαίνουμε καμιά φορά τα βαθύτερα κίνητρα των πράξεων και των προθέσεων τους. Έτσι, η καθηγήτρια Ρεπούση δηλώνει ορθά-κοφτά ότι «πολύ συχνά, το επιστημονικό και διδακτικό επιχείρημα γίνεται το άλλοθι για να κρατηθεί η ιστορική εκπαίδευση δέσμια ιδεοληψιών του παρελθόντος, για ν’ ανατραπεί οποιαδήποτε εξέλιξη και αναβάθμιση της ιστορικής παιδείας των παιδιών και αυριανών πολιτών της χώρας. Πιστεύω ότι αυτήν τη φορά μπορούμε και πρέπει να τα καταφέρουμε διαφορετικά. Να μην «τους χαρίσουμε» άλλο ένα καλό σχολικό βιβλίο»[299].


Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα και λέγονται με τα’ όνομά τους. Η επιστήμη και η «αυστηρή ιστορική μέθοδος» είναι καλές μόνον όταν απευθυνόμαστε σε αδαείς. Αν όμως τύχει κάποιος να ξέρει καναδυό κολλυβογράμματα, και μπορεί με επιστημονικό τρόπο να αποδεικνύει στους αποδομητές ιστορικούς πως ότι λένε είναι εντελώς ψευδές και αστήρικτο, τότε τα πράγματα σοβαρεύουν. Έτσι, πέφτουν πλέον οι μάσκες και το «επιστημονικό επιχείρημα» πετιέται στον κάλαθο των ιδεολογικών αχρήστων.


Και επειδή όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει… ράβδος, οι αναθεωρητές ιστορικοί δεν διστάζουν να ζητήσουν την επιβολή άμεσης και αυστηρής λογοκρισίας σε καθέναν που τολμάει να «διδάξει ιστορία» χωρίς την υψηλή τους έγκριση και εποπτεία!


Πιο συγκεκριμένα, το 1999 κυκλοφόρησε το τελευταίο ελληνικό χαρτονόμισμα, εκείνο των 200 δραχμών, το οποίο στην μια όψη του είχε τον γνωστό πίνακα του Γύζη για το κρυφό σχολειό. Τον ίδιο καιρό κυκλοφόρησε και ο ΟΤΕ μια τηλεκάρτα που στην μια όψη της είχε την ορκωμοσία των αγωνιστών στην Αγία Λαύρα. Όπως ήταν φυσικό, αυτές οι ενέργειες «τόσο μεγάλων ιδρυμάτων», όπως το εθνικό νομισματοκοπείο και ο ΟΤΕ, αποτέλεσαν «κόκκινο πανί» για τον καθηγητή Κρεμμυδά, ο οποίος ζήτησε δημόσια «να ληφθούν» αμέσως «μέτρα», αφού τέτοιες ενέργειες κάνουν «ιδεολογικές χρήσεις της ιστορίας μέσω της αναπαραγωγής ιστορικών μύθων» και γι’ αυτό είναι επικίνδυνες «επειδή διαπαιδαγωγούν»[300].


Και δεν τελειώνουμε εδώ. Πρέπει οι κ.κ. λογοτέχνες μας να μάθουν πως απαγορεύεται να χρησιμοποιούν τους εθνικούς μύθους στα μυθιστορήματά τους, επειδή είναι πάρα πολύ επικίνδυνοι.


Όπως είναι γνωστό, κάθε φορά που κάποιοι ευαίσθητοι χριστιανοί ζητάνε την απόσυρση βιβλίων που βρίζουν με τον πιο αισχρό και χυδαίο τρόπο τον Χριστό, όλοι οι «προοδευτικοί» και «δημοκρατικοί» πολίτες αυτής της χώρας βγαίνουν και διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους, κάνοντας λόγο για σκοταδισμό και μεσαίωνα, αφού η ελευθερία της έκφρασης και της τέχνης, μας λένε σε όλους τους τόνους, δεν είναι δυνατόν να έχει όρια και περιορισμούς. Επικαλούνται μάλιστα γι’ αυτό και το «ευρωπαϊκό κεκτημένο». Όμως, για κάποιες άλλες περιπτώσεις, όπως ας πούμε για τους «εθνικούς μύθους», η ίδια ελευθερία (της έκφρασης και της τέχνης) εμφανίζεται ξαφνικά να έχει όρια και μάλιστα πολύ αυστηρά.


Όταν λοιπόν ο καθηγητής Κρεμμυδάς αναφέρεται στο θέμα της χρησιμοποίησης των «εθνικών μύθων» από τα μυθιστορήματα, διατυπώνει τις παρακάτω «θέσεις» και «προτάσεις», σχετικά με τις «απόλυτες ελευθερίες του μυθιστορηματικού λόγου»:


«Και τι ακριβώς είναι αυτές οι «απόλυτες ελευθερίες του μυθιστορηματικού λόγου»; Θα ήταν δυνατό ο μύθος ενός λογοτεχνήματος να διαπλεχθεί γύρω από ένα αποδεδειγμένα ανύπαρκτο ιστορικό γεγονός, από έναν χονδροειδή ιστορικό μύθο, όπως το κρυφό σχολειό; Έχει, μ’ άλλα λόγια, ο μυθιστορηματικός λόγος την απόλυτη ελευθερία να προβάλλει ως πραγματικό ένα κατασκευασμένο ιστορικό γεγονός;».


«Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι αν αυτός ο λόγος [της λογοτεχνίας δηλαδή] δικαιούται να ερμηνεύει την Ιστορία με βάση μεταγενέστερα ιδεολογήματα, καθόλου αθώα και καθόλου ουδέτερα». Γιατί, όταν ο λογοτέχνης χρησιμοποιεί στο λογοτεχνικό του έργο έναν εθνικό μύθο, τότε το λογοτέχνημά του «παράγει ένα άλλο ιστορικό γεγονός, διδάσκει μια Ιστορία χωρίς να ενδιαφέρεται αν διδάσκει την Ιστορία. ΕΧΕΙ ΑΡΑΓΕ ΤΕΤΟΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ; Ή μήπως έργο του λογοτέχνη είναι ακριβώς η λογοτεχνική, αποκλειστικά, «εκμετάλλευση» πραγματικού γεγονότος[301].


Αν νομίσατε, κυρίες και κύριοι λογοτέχνες, ότι έχετε δικαίωμα να γράφετε ό,τι θέλετε, γιατί πιστέψατε πως η ελευθερία της τέχνης και της έκφρασης δεν έχουν όρια, πλανάσθε! Μάθετε λοιπόν –μια για πάντα– πως οι απόλυτες ελευθερίες του μυθιστορηματικού λόγου υπάρχουν μόνον όταν ο λογοτέχνης θέλει να βρίσει το πρόσωπο του Χριστού, ας πούμε. Και όσο πιο χυδαία βρίζει, τόσο το καλύτερο. Τότε θα έχει μαζί του όλους τους προοδευτικούς ανθρώπους αυτής της χώρας, οι οποίοι θα καταγγέλλουν και θα εξευτελίζουν δημοσίως κάθε έναν που θα ζητάει το αυτονόητο: Τον σεβασμό στην πίστη του και την συνείδησή του.


Ουαί κι αλίμονο όμως στον λογοτέχνη που θα διανοηθεί να αναπαραγάγει, με οποιονδήποτε τρόπο, κάποιον από τους «εθνικούς μας μύθους». Τότε θα μάθει, και πολύ καλά μάλιστα, πως η ελευθερία της τέχνης όχι μόνον έχει όρια, αλλά και πως τα όρια αυτά είναι πάρα πολύ αυστηρά και εντελώς ΑΠΑΡΑΒΑΤΑ. Τόσο αυστηρά και απαράβατα, που κανείς δεν μπορεί να τα διαβεί χωρίς τις ανάλογες συνέπειες!


Η μόνη επιλογή που έχουν λοιπόν οι λογοτέχνες είναι να συμμορφωθώσιν αυστηρώς προς τας υποδείξεις της «επιστημονικής» λογοκρισίας. Δηλαδή, κάθε φορά που θα ασχολούνται με κάποιο θέμα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας θα πρέπει απαραιτήτως και οπωσδήποτε να θυμούνται πως «έργο του λογοτέχνη είναι η λογοτεχνική, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ, «εκμετάλλευση» πραγματικού γεγονότος», καθώς ο λογοτέχνης δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ «να παράγει» με το λογοτέχνημά του «ένα άλλο ιστορικό γεγονός»[302].


Μετά απ’ όλ’ αυτά, εγώ αναρωτιέμαι μόνον αν κοινοποίησε ο σεβαστός καθηγητής τούτο το ιδιαιτέρας σπουδαιότητος άρθρο του στην Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών προς γνώσιν και συμμόρφωσιν και δια τα περαιτέρω.


Να σημειώσουμε εδώ, για την ιστορία, πως με αυτές τις θέσεις του σεβαστού καθηγητή συμφωνεί πλήρως και η έγκριτος εφημερίδα Αυγή, επίσημο όργανο της Ανανεωτικής και Ευρωπαϊκής Αριστεράς, γι’ αυτό και τις αναδημοσίευσε ασμένως υπό τον άκρως εύγλωττο υπέρτιτλο «Ορθώς κείμενα».


Τελειώνοντας τούτην εδώ την εργώδη μελέτη μου, ειλικρινά ένα δεν μπορώ ακόμη να καταλάβω… Τόσο πολύ, τέλος πάντων, το φοβούνται και το τρέμουν οι αναθεωρητές ιστορικοί το κρυφό σχολειό;

========================================

[298]. Χ. Κουλούρη, «Μύθοι και Αλήθειες για το ’21», εφ. Το ΒΗΜΑ, 25-3-2007.

[299]. Μ. Ρεπούση, «Ιδεολογικός Πόλεμος με Διδακτικό Άλλοθι», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1-4-2007.

[300]. Β. Κρεμμυδάς, «Αυτόκλητοι Διδάσκαλοι Ιστορίας», εφ. Τα ΝΕΑ, 8-6-1999.

[301]. Β. Κρεμμυδάς, «Ο λόγος περί Ιστοριογραφίας στα μη Ιστοριογραφικά Κείμενα», Μνήμων 25, 2003, σ. 206-207. Επίσης και στην αναδημοσίευσή του με τον υπέρτιτλο «Ορθώς Κείμενα» στην εφ. Η ΑΥΓΗ 24-9-2004.


[302]. Β. Κρεμμυδάς, όπ. παρ. σ. 207. Το ίδιο και στην εφ. Η ΑΥΓΗ, όπ. παρ.

Ὅσοι ἀναγνῶστες θὲλουν τὶς προηγούμενες ἀναρτήσεις τοῦ ἄρθρου, μποροῦν νὰ ἀνατρέξουν στὴν ἀναζήτηση τοῦ ἱστολογίου μας!

«Τριβέλι Πᾶνος»

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἐνημερώνουμε τοὺς ἀγαπητοὺς ἀναγνῶστες μας, ὅτι σχόλια, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχουν προσβλητικοὺς χαρακτηρισμοὺς ἢ εἶναι γραμμένα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες (γκρήκλις), θὰ διαγράφωνται ἄνευ προειδοποιήσεως!