Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ: Οι πηγές, οι μαρτυρίες, η αλήθεια (ΜΕΡΟΣ 13ον - ἀπὸ 18)

ΜΕΡΟΣ 13ον - ἀπὸ 18

Έτσι, σε λιγότερο από δέκα χρόνια, από το 1856 έως 1865, ιδρύθηκαν και λειτούργησαν περίπου εκατό σχολεία, τα οποία μέχρι το 1919 δεκαπλασιάστηκαν(!), έτσι ώστε να υπολογίζονται, κατά τις μετριότερες στατιστικές, σε 1047[234], ενώ σύμφωνα με άλλες σε 1401[235]! Ενδεικτικά μόνον αναφέρουμε, για να γίνουν αντιληπτοί οι ρυθμοί ανάπτυξης της παιδείας του ποντιακού Ελληνισμού αμέσως μετά το Χάττι Χουμαγιούν, πως το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας μέσα σε δεκατέσσερα χρόνια διπλασίασε δυο φορές τους μαθητές του: από 53 που είχε το 1856 το 1860 έφτασε τους 103, ενώ το 1870 τους 196[236].


Και είναι εντυπωσιακό να αναφέρουμε εδώ πως χάρις στο Χάττι Χουμαγιούν οι κρυπτοχριστιανοί του Πόντου όχι μόνον έκαναν φανερή την ύπαρξή τους, αλλά επιπλέον οργανώθηκαν και συνασπίσθηκαν για να διεκδικήσουν τα νεότευκτα δικαιώματά τους[237].

Για να καταλάβουμε πώς ακριβώς ήταν σ’ όλο τον υπόδουλο Ελληνισμό τα πράγματα πριν το Χάττι Χουμαγιούν, και πώς άρχισαν σιγά-σιγά ν’ αλλάζουν, θα φέρουμε κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα. Στην Θράκη, καταρχήν, τα πρώτα δημοτικά σχολεία άρχισαν να λειτουργούν από το 1860 και μετά, αφού το πρώτο δημοτικό στην Ξάνθη χτίστηκε μόλις το 1863. Αλλά ακόμη και στην ίδια την πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, μόνον μετά το Χάττι Χουμαγιούν μπόρεσαν οι υπόδουλοι Έλληνες να ιδρύσουν ελεύθερα σχολεία. Και όντως ίδρυσαν ένα πλήθος από σχολεία κάθε επιπέδου, όπως επίσης και πάμπολλα σωματεία και συλλόγους.

Και εδώ δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε μια απίστευτη κουτοπονηριά των αναθεωρητών ιστορικών. Ο καθηγητής Α. Λιάκος κάποια στιγμή απάντησε από τις στήλες του Βήματος[238], με σκανδαλώδικη μάλιστα προπέτεια, σε μια υπόθεση που είχε τολμήσει να διατυπώσει –με κάθε επιφύλαξη– ο καθηγητής Φ. Κακριδής[239]. Ότι δηλαδή μπορεί να υπάρχει και μια ελάχιστη πιθανότητα να μην είναι το κρυφό σχολείο τόσο μύθος, όσο το θέλει η αποδόμηση. Και αυτό εξαιτίας μιας ιδιαίτερα σημαντικής και πολύτιμης ιστορικής αναφοράς από την περιοχή της Βορείου Ηπείρου, που θα δούμε αναλυτικά και εμείς πιο κάτω. Στην απάντησή του αυτή ο καθηγητής Λιάκος παρέπεμψε τον Κακριδή σε τρεις ειδικές μονογραφίες για την ανάπτυξη της παιδείας και των σχολείων επί τουρκοκρατίας.

Η πρώτη από αυτές ασχολείται με τον Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος ιδρύθηκε το 1861, η δεύτερη με τις ελληνορθόδοξες κοινότητες της Μικρασίας από την έναρξη του τανζιμάτ και μετά και η τρίτη εξ αυτών με το πασαλίκι των Ιωαννίνων, από το 1820 και μετά. Δηλαδή, οι δύο πρώτες μελέτες διερευνούν τα θέματα της παιδείας του Ελληνισμού όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά το τανζιμάτ, ενώ η τρίτη ασχολείται με μια πόλη που λόγω των ειδικών προνομίων που είχε από το 1430 γνώρισε πράγματι από πολύ νωρίς μια μεγάλη ανάπτυξη στα γράμματα, όπως και στο εμπόριο[240]. Τι κάνει λοιπόν εδώ ο καθηγητής Λιάκος: Με έναν αναχρονισμό 400 ετών προσπαθεί να μας πείσει ότι όσα αγαθά απολάμβαναν οι χριστιανοί μετά το τανζιμάτ, και ιδίως μετά το Χάττι Χουμαγιούν, τα απολάμβαναν και καθ’ όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας, έτσι ώστε να μην χρειαστεί ποτέ να καταφύγουν στο κρυφό σχολειό!

Ας το μάθουν λοιπόν μια και καλή οι αναθεωρητές ιστορικοί: Το Χάττι Χουμαγιούν παραχώρησε στον Ελληνισμό δικαιώματα και προνόμια, που ποτέ πριν δεν είχαν τολμήσει ούτε να ονειρευτούν οι ταλαίπωροι ραγιάδες του σουλτάνου. Γι’ αυτό άλλωστε η ίδρυση του φιλολογικού συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως έχει ημερομηνία 1861…

Καλόν είναι λοιπόν ν’ αφήσουν λίγο οι ιστορικοί της αποδόμησης τις πονηριές και τις ιστορικές συγχύσεις, που τελικά μόνον τους ίδιους εκθέτουν και προσβάλλουν.

Και επειδή ακριβώς το Χάττι Χουμαγιούν παραχωρούσε τέτοια πρωτόφαντα και αδιανόητα μέχρι τότε δικαιώματα στους μη χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, προκάλεσε την θυελλώδικη οργή των μουσουλμάνων κατοίκων της αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό και κάποιοι τοπικοί διοικητές, αυτοί δηλαδή που έκαναν πάντοτε την ζημιά, αρνήθηκαν ωμά και απροκάλυπτα να το εφαρμόσουν[241].

Φυσικά, ένα τέτοιο διάταγμα δεν θα ήταν δυνατόν να εκδοθεί αυθόρμητα από την σουλτανική εξουσία, αλλά μόνον μετά από την πολύ ισχυρή πίεση των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες μάλιστα παρακολουθούσαν και τον βαθμό της εφαρμογής του. Γι’ αυτό και ο υπουργός εξωτερικών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας υποχρεώθηκε, το 1867, να υποβάλει ειδικό υπόμνημα προς τις μεγάλες δυνάμεις σχετικά με την πιστή και συνεπή εφαρμογή του Χάττι Χουμαγιούν. Στο υπόμνημα εκείνο γίνονταν ιδιαίτερη αναφορά στην ελεύθερη και απρόσκοπτη λειτουργία των σχολείων των χριστιανών πολιτών, πια, της αυτοκρατορίας[242].

Αλλά ενώ όλα τα μέρη του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού είχαν μπει, από το 1856 και μετά, σε μια τροχιά σταθερής ανάπτυξης και προκοπής, η κατάσταση στην Κρήτη παρέμενε ακριβώς όπως ήταν και σ’ όλο το προηγούμενο διάστημα της μακραίωνης τουρκικής σκλαβιάς. Και αυτό διότι οι τοπικοί διοικητές και αξιωματούχοι του νησιού αρνούνταν ωμά και ανενδοίαστα να εφαρμόσουν το Χάττι Χουμαγιούν και να χαλαρώσουν έστω για λίγο τον αβάσταχτο ζυγό της δουλείας. Αυτό οδήγησε το 1858 στην επαναστατική ενέργεια που έμεινε γνωστή ως «Κίνημα του Μαυρογένη», από το όνομα του Χανιώτη οπλαρχηγού Εμμανουήλ Μαυρογένη. 

 Κίνημα που είχε ως αποτέλεσμα να εκδοθεί, λίγους μήνες μετά, σουλτανικό φιρμάνι με το οποίο παραχωρούνταν στους χριστιανούς της Κρήτης προνόμια θρησκευτικά, διοικητικά, φορολογικά και δικαστικά, καθώς επίσης και το δικαίωμα της οπλοφορίας. Όμως, όπως πριν το Χάττι Χουμαγιούν, έτσι και αυτό το φιρμάνι, εξακολουθούσαν οι τοπικοί διοικητές να το παραβιάζουν ανοιχτά και αδίστακτα, πράγμα που οδήγησε στο ξέσπασμα της μεγάλης επανάστασης του 1866, με αποκορύφωμα το άφθαστο μνημείο του ελληνικού ηρωισμού, το ανυπέρβλητο Αρκάδι.

Το μέγεθος της τυραννίας και της φρίκης του τουρκικού ζυγού που επικρατούσαν μέχρι και εκείνη την στιγμή στο νησί, τα περιγράφουν οι επαναστατημένοι Έλληνες με τον πλέον επίσημο τρόπο στην αναφορά της 14 Μαΐου του 1866 προς τον ίδιο τον σουλτάνο. Αναφορά που κοινοποίησαν και στους αντιπροσώπους των ξένων δυνάμεων, στα Χανιά[243]. Εκεί οι απελπισμένοι και αποφασισμένοι για λευτεριά ή για θάνατο επαναστάτες λένε και τα εξής, για το πόσο «χαρούμενη», «αρμονική» και «ευτυχισμένη» ήταν η ζωή τους κάτω από την «φιλελεύθερη» και «ανεκτική» οθωμανική διοίκηση:

«35 έτη παρήλθον, και κατά το διάστημα τούτο η ζωή των πατέρων ημών και ημών των ιδίων υπήρξε σειρά καταπιέσεων, αδικιών και δυστυχημάτων. […] Βαρυτάτους φόρους καθ’ εκάστην αυξανομένους πληρώνομεν, πλην ουδέν των καλών, όσα πάντες οι λαοί εις αντάλλαγμα των βαρών τούτων χαίρουσιν, απολαμβάνομεν. Η δικαιοσύνη είναι παρ’ ημίν άγνωστος. Ούτε δικαστήρια αντάξια του ονόματος έχομεν, ούτε νόμους. Διοίκησις είναι η αυθαίρετος θέλησις του αντιπροσώπου της Υψηλής Πύλης. Τα τέκνα ημών ένεκα ελλείψεως σχολείων ανατρέφονται εν τω σκότει της αμαθείας. Τα ολίγιστα σχολεία τα οποία έχομεν, συντηρούμεν σχεδόν πάντα εκ του υστερήματος ημών»[244].

Με όσα λένε στο Υπόμνημα τους οι επαναστατημένοι Κρήτες, επιβεβαιώνουν –με τον πιο επίσημο τρόπο– εκείνο που εδώ τόσες φορές μέχρι τώρα περιγράψαμε. Πως χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ κάποια σχετική διαταγή από την «κεντρική διοίκηση», δηλαδή κάποιο φιρμάνι από τον σουλτάνο, ανεξέλεγκτοι τοπικοί αξιωματούχοι εμπόδιζαν τους Έλληνες να έχουν σχολεία, παιδεία και γράμματα, αλλά και όλα τα άλλα ανθρώπινα δικαιώματα, ακόμη και τα πλέον στοιχειώδη.

Και όχι μόνον δεν χρειάζονταν αυτοί οι τοπικοί διοικητές κάποιο σουλτανικό φιρμάνι για να ασκούν το βάρβαρο και καταπιεστικό τους έργο, αλλά πολλές φορές καταπατούσαν ακόμη και τα σουλτανικά φιρμάνια που προστάτευαν τα δικαιώματα των χριστιανών. Όπως ακριβώς έκαναν οι Τούρκοι διοικητές της Κρήτης, που έγραφαν το Χάττι Χουμαγιούν στα παλιά τους τα παπούτσια.

Κλείνοντας το πρώτο μέρος της μελέτης μας διαπιστώνουμε, μέσα από έναν κύκλο αλλεπάλληλων μαρτυριών, πως οι Τούρκοι όχι μόνον απαγόρεψαν σε πολλές περιοχές της αυτοκρατορίας την ίδρυση και την λειτουργία σχολείων, αλλά ότι εξαιτίας τους όλη η ζωή των Ελλήνων ήταν μια απίστευτη κόλαση, ένας διαρκής εφιάλτης. Το σημαντικότερο είναι πως οι μαρτυρίες αυτές προέρχονται από την μια άκρη του Ελληνισμού μέχρι την άλλη, ενώ ξεκινάνε από τα μέσα του 16ου αιώνα και φτάνουν μέχρι το β΄ μισό του 19ου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της τυραννίας και της καταπίεσης ιδρύθηκαν και λειτούργησαν τα κρυφά σχολειά, στα περισσότερα μέρη του υπόδουλου Ελληνισμού. Και μάλιστα, όχι μόνον κατά τους δύο πρώτους αιώνες της σκλαβιάς, αλλά σ’ όλους τους αιώνες της τουρκικής κατοχής, ακόμη και μέχρι και τις αρχές του 20ου.

Τα κρυφά σχολειά και η ανάγκη να υπάρχουν.

Για να κατανοήσουμε ποια ανάγκη γέννησε και κατέστησε αναγκαία τα κρυφά σχολειά, πρέπει να πρώτα να αντιληφθούμε ποια ήταν η διαδικασία που χρειάζονταν για να ιδρυθεί και να λειτουργήσει ένα ελληνικό σχολείο στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Όλη η ουσία, για να μπορέσει ένα σχολείο να δημιουργηθεί και να υπάρξει, ήταν να εξασφαλιστεί η έκδοση της σχετικής άδειας από τον Τούρκο διοικητή της περιοχής. Και από εκεί ακριβώς ξεκινούσε όλο το πρόβλημα. Ή, μάλλον, αυτό ακριβώς ήταν το ίδιο το πρόβλημα. Διότι αυτή η άδεια είτε δεν δίνονταν ποτέ, είτε ζητιούνταν κάποιο τεράστιο χρηματικό ποσό, προκειμένου να δοθεί. Ποσό το οποίο βέβαια η τοπική κοινότητα συνήθως αδυνατούσε να καταβάλλει.

Για να καταλάβουμε γιατί πράγμα ακριβώς μιλάμε, θα ξαναθυμίσω εδώ τα δύο ελληνικά αλληλοδιδακτικά σχολεία που έκλεισαν βίαια οι Τούρκοι στο Ρέθυμνο και στα Χανιά. Όπως λοιπόν μας πληροφορεί ο Σ. Τρικούπης, οι Τούρκοι δεν δίστασαν να προβούν σ’ αυτήν την βάρβαρη πράξη, παρ’ όλο που «η περί της συστάσεως αυτών άδεια ηγοράσθη διά αδράς δαπάνης»[245].

Δηλαδή για να μπορούν να ιδρύουν και να λειτουργούν σχολείο οι χριστιανοί ραγιάδες έπρεπε να ζητήσουν πρώτα άδεια από τον τοπικό διοικητή. Είναι η άδεια για την οποία μας μιλάει και ο Τρικούπης και το Χάττι Χουμαγιούν. Και επειδή γνώριζε πολύ καλά ο σουλτάνος τις απίστευτες αυθαιρεσίες στις οποίες προέβαιναν οι διοικητές του σ’ όλη την αυτοκρατορία, με το Χάττι Χουμαγιούν μετέφερε την αρμοδιότητα για την έκδοση αυτής της άδειας στην κυβέρνηση, η οποία θα την παραχωρούσε με σουλτανικό φιρμάνι:

Δ΄ άρθρο: «όταν επέλθη η ανάγκη να ανεγερθώσι νέα τοιαύτα οικοδομήματα [δηλαδή σχολεία και νοσοκομεία], το σχέδιον και το σχήμα, εγκριθέντα υπό του πατριάρχου ή των αρχηγών της κοινότητος, θέλουσιν υποβάλλεσθαι άπαξ μόνον εις την Υψηλήν Πύλην, ήτις θέλει δέχεσθαι τα παρουσιασθέντα σχέδια και διατάσση την εκτέλεσιν αυτών σύμφωνα με Αυτοκρατορικόν Διάταγμα, όπερ προς τούτο θέλει εκδίδοσθαι».

Ε΄ άρθρο: «Ως προς τα νέα κτήρια, ων η ανέγερσις θέλει θεωρηθή αναγκαία, οι πατριάρχαι ή οι μητροπολίται θέλουσι ζητή προς τούτο την απαιτουμένην άδειαν παρά της Υψηλής Ημών Πύλης. Και η Αυτοκρατορική Ημών άδεια θέλει δίδοσθαι, εκτός αν υπάρχη δια την κυβέρνησιν διοικητικόν τι κώλυμα»[246].

========================================

[234]. Δ. Λαζαρίδης, «Η Ελληνική Παιδεία στον Πόντο», στο έργο, Πόντος, Ιστορία και Πολιτισμός, τ. 2, Θεσσαλονίκη 2007, σσ. 1125-1126.
[235]. Κ. Φωτιάδης, όπ. παρ. σ. 36.
[236]. Ο σχετικός πίνακας στο Α.Υ. Παυλίδης, Το φροντιστήριο Τραπεζούντας (1900-1914) και η Ιδεολογική Κυριαρχία των Ελλήνων στον Πόντο, Αρχείον Πόντου, παράρτ. 24, Αθήνα 2004, σ. 123.
[237]. Σ. Πελαγίδης, «Κρυπτοχριστιανοί ή Κρυπτομουσουλμάνοι; Προβλήματα από Προξενικές Εκθέσεις για τις Πρώτες Κινητοποιήσεις των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου (1857)», στον τόμο «Η καθ’ ημάς Ανατολή», Αφιερωματικός Τόμος στον Κωνσταντίνο Δεληκωνσταντή, Φλώρινα 2005, σσ. 129-140. Κ. Φωτιάδης, όπ. παρ. σ. 33.
[238]. Α. Λιάκος, «Είναι Μύθος το «Κρυφό Σχολειό»;», εφ. Το ΒΗΜΑ, 8-3-1998.
[239]. Φ. Κακριδής, «Μύθος ή Θρύλος το Κρυφό Σχολειό;», εφ. Το ΒΗΜΑ, 22-2-1998.
[240]. Κ. Χατζόπουλος, Ελληνικά Σχολεία στην Περίοδο της Οθωμανικής Κυριαρχίας (1453-1821), Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 88-90.
[241]. Κ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2004, σσ. 65-66, όπου συγκεκριμένα παραδείγματα από την περιοχή του Πόντου.
[242]. Υπόμνημα της Α.Υ. του επί των Εξωτερικών Υπουργού της Υψηλής Πύλης προς τους εν Κωνσταντινουπόλει Αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων περί της Εφαρμογής του Χάττ-ι-Χουμαγιούν, Μάιος 1867, στον τόμο Δ. Νικολαΐδου, όπ. παρ. σ. 46. Το ίδιο και στον τόμο Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου(εκδ.), όπ. παρ. σσ. 83-84.
[243]. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ΄, σ. 254.
[244]. Το σχετικό απόσπασμα του παραπάνω Υπομνήματος στο σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας της Γ΄ Λυκείου των Β. Σκουλάτου, Ν. Δημακοπούλου, Σ. Κόνδη, Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη (1789-1909), Έκδοση Κ΄, Αθήνα 2005, σ. 291.
[245]. Σ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, Β΄ έκδοσις, εν Λονδίνω 1860, σ. 194· Γ΄ έκδοσις, εν Αθήναις 1888, σ. 153.
[246]. Το Δ. Νικολαΐδου, Οθωμανικοί Κώδηκες, ήτοι Συλλογή των εν Ενεργεία Νόμων, Κανονισμών, Διαταγμάτων και Οδηγιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εν Κωνσταντινουπόλει 1869, σσ. 33-34. Το ίδιο στον τόμο της Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου(εκδ.), Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Οθωμανική Διοίκηση και η Εκπαίδευση του Γένους, Κείμενα-Πηγές: 1830-1914, ΙΑΝΕ 4, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 73.

Συνεχίζεται


Ὅσοι ἀναγνῶστες θὲλουν τὶς προηγούμενες ἀναρτήσεις τοῦ ἄρθρου, μποροῦν νὰ ἀνατρέξουν στὴν ἀναζήτηση τοῦ ἱστολογίου μας!


«Τριβέλι Πᾶνος»

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἐνημερώνουμε τοὺς ἀγαπητοὺς ἀναγνῶστες μας, ὅτι σχόλια, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχουν προσβλητικοὺς χαρακτηρισμοὺς ἢ εἶναι γραμμένα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες (γκρήκλις), θὰ διαγράφωνται ἄνευ προειδοποιήσεως!