Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2020

Η δολοφονία του Ιωάννου Καποδίστρια - Μία εξιστόρηση με μυθοπλαστικά στοιχεία

 



Ναύπλιο - Φθινόπωρο 1831, ημέρα Κυριακή

Ο κυβερνήτης της Ελλάδος Ι. Καποδίστριας κοιμόταν ήρεμος στο κρεβάτι του. Κάθε μέρα τα τρία τελευταία χρόνια εργαζόταν σκληρά από τα χαράματα ως τα μεσάνυχτα για να μετατρέψει αυτό τον έρημο από τους πολέμους τόπο σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Είχε δώσει τα πάντα στην Ελλάδα αφενός μεν ξοδεύοντας όλη του την περιουσία και αφετέρου όλο τον προσωπικό του χρόνο. Οικογένεια δεν είχε και αυτό τον είχε βοηθήσει ν' αφοσιωθεί ακόμη περισσότερο στο χτίσιμο της χώρας, την οποία είχε παραλάβει παντελώς κατεστραμμένη και ρημαγμένη και με τι ενέργειες του την είχε φέρει σε ικανοποιητικό επίπεδο.
Είχε πατάξει την πειρατεία, η οποία είχε κάνει τη χώρα διεθνώς ρεζίλι.


Είχε αξιοποιήσει τις θυσίες και τους αγώνες των Ελλήνων εντάσσοντας την Στερεά Ελλάδα στο νεοϊδρυθέν κράτος, ενώ οι σύμμαχοι ήθελαν μόνο την Πελοπόννησο.
Είχε κόψει ως νόμισμα << Το φοίνικα >>.
Είχε μαζέψει τα ορφανά παιδιά των νεκρών αγωνιστών σε ορφανοτροφείο.
Είχε ιδρύσει τράπεζα, τυπογραφείο, ταχυδρομείο, τη σχολή Ευελπίδων, τη γεωργική σχολή Τίρυνθας, δικαστήριο, σχολεία, εκκλησιαστική σχολή. Και τι δεν είχε κάνει ο κυβερνήτης...
Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος που μοχθούσε νυχθημερόν για να ορθοποδήσει ο ρημαγμένος τούτος τόπος είχε μία συνήθεια : Κάθε Κυριακή πήγαινε στην εκκλησία. Εκείνο το πρωινό, την ώρα που χάραζε, ο κυβερνήτης ξύπνησε για να πάει στον Αγ. Σπυρίδωνα. Ετοιμάστηκε, φόρεσε το φράκο, το καπέλο και στο τέλος το λαιμοδέτη. Κατέβηκε τη την ξύλινη σκάλα του λιτού δωματίου του και συναντήθηκε με τον αδερφό του τον Αυγουστίνο.
- Καλημέρα Αυγουστίνε.
- Καλημέρα Ιωάννη, για που το έβαλες ;
- Πάω στον Αγ. Σπυρίδωνα να εκκλησιαστώ Αυγουστίνε. Ξέχασες ότι είναι Κυριακή σήμερα ;
- Ιωάννη, λογικέψου σε παρακαλώ. Η κατάσταση είναι χειρότερη από ποτέ. Οι φήμες που διαδίδονται ότι οι Μαυρομιχαλαίοι ετοιμάζονται να σε σκοτώσουν οργιάζουν πιο πολύ από ποτέ. Ακόμη και ο ντελάλης που σε πλησίασε προχτές στο είπε ξεκάθαρα : Κυβερνήτη μου θα σε σκοτώσουν.
Ο Κυβερνήτης ταράχτηκε προς στιγμήν, αλλά διατήρησε την ψυχραιμία του.
- Αυγουστίνε, δεν χρειάζεται ν' ανησυχείς. Οι φήμες πάνε κι έρχονται. Ο λαός με στηρίζει και οι Μαυρομιχαλαίοι όσο κι αν με μισούν, δεν θα τολμήσουν να με σκοτώσουν παρόλο που έβαλα τον Πετρόμπεη στη φυλακή. Άφησε με να φυγω, έχω αργήσει.
- Ιωάννη, πρόσεχε πολύ. Υποτιμάς αυτά που βλέπεις ακόμη και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Πριν μερικές μέρες ο ίδιος σου ο υπηρέτης, ο Νικολέτος, σου εκμυστηρεύτηκε ότι πληρώθηκε για να σου ρίξει δηλητήριο στο τσάι που πίνεις κάθε πρωί. Πως μπορείς να το αγνοείς αυτό ;
- Αυγουστίνε, σαν καλός χριστιανός που είμαι τον συγχώρεσα. Άσε που δεν πιστεύω ότι κάποιος τον έβαλε να το κάνει. Μάλλον κάτι άλλο συνέβη και δεν θέλησε να μου το πει.
Ο Αυγουστίνος υποχώρησε μεν, αλλά του είπε σθεναρά.
- Εντάξει Ιωάννη, θα σε αφήσω να πας. Με έναν όρο όμως : Θα σε συνοδέψουν οι δύο σωματοφύλακες σου. Αυτοί θα είναι τα μάτια σου και τ' αυτιά σου.
- Δεκτός ο όρος σου Αυγουστίνε. Πες στον Κοζώνη και τον Καραγιάννη να με ακολουθήσουν.
Σε λίγη ώρα οι τρεις άνδρες ξεκίνησαν περπατώντας προς τον Αγ. Σπυρίδωνα. Δεν θα περνούσαν πάρα μόνο μερικά λεπτά για να επιβεβαιωθούν τα λεγόμενα του Αυγουστίνου. : Αυτή η διαδρομή θα είναι η τελευταία του... 

Την ίδια στιγμή ο ήλιος είχε αρχίζει να μπαίνει από τα παράθυρα στο σπίτι των Μαυρομιχαλαίων στο Ναύπλιο. Ο Γιώργης και ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, γιος και αδελφός του Πετρόμπεη αντίστοιχα, ρύθμιζαν τις τελευταίες λεπτομέρειες πριν την έξοδο τους από το σπίτι.
- Ώστε σήμερα θα συμβεί θείε, ρώτησε ο Γιώργης.
- Ναι Γιώργη απάντησε ο Κωνσταντίνος. Κάθε Κυριακή ο Καποδίστριας πηγαίνει στην εκκλησία από ένα συγκεκριμένο δρομολόγιο. Έχω μελετήσει προσεκτικά κάθε του κίνηση. Που στρίβει, που σταματάει, ακόμη και από ποια πόρτα μπαίνει στο ναό. Σήμερα είναι η ευκαιρία μας να τον βγάλουμε από τη μέση.
- Έχεις δίκιο θείε, είπε ο Γιώργης βάζοντας τα τσαρούχια του. Αρκετά κράτησε ο εξευτελισμός του πατέρα μου. Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια να τον περιφέρουν οι φρουροί του τυράννου στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, πριν τον φυλακίσουν στο Ιτς Καλέ.Σαν να μην έφτανε αυτό, όχι μόνο δεν δέχτηκε σε ακρόαση τον ίδιο, αλλά ούτε τη γιαγιά μου που ζήτησε να τον δει. Ποιον ; Τον πατέρα μου που πολέμησε στην επανάσταση τον Δράμαλη και τον Ιμπραήμ και κράτησε τη Μάνη ελεύθερη. Γι' αυτό και σήμερα θα ξεκαθαρίσουν όλα.
Όση ώρα ο Γιώργης μιλούσε, ο Κωνσταντίνος γυάλιζε την πιστόλα του. Όταν τελείωσε, τη σήκωσε ψηλά είπε με υπερηφάνεια κοιτάζοντας τη :
- Μόνο ένα πιστόλι θα μας σώσει από αυτό τον άνθρωπο.
Κατόπιν και με μία απότομη κίνηση την τοποθέτησε στο σελάχι του. Μετά φόρεσε τη μπέρτα και το φέσι του και είπε στο Γιώργη:
- Ήρθε η ώρα ανιψιέ. Πάμε να ξεπλύνουμε τη ντροπή μας.
Οι Μαυρομιχαλαίοι βγήκαν στο δρόμο και άρχισαν να περπατούν κατά μήκος της διαδρομής που έκανε ο Καποδίστριας προς τον Αγ. Σπυρίδωνα. Λίγη ώρα αργότερα μία απρόοπτη συνάντηση θα τους εκπλήξει αρκετά.

Ο Καποδίστριας βάδιζε ανέμελα και με χαλαρά βήματα πάνω στα πλακόστρωτα σοκάκια του Ναυπλίου. Πίσω του τον ακολουθούσαν οι σωματοφύλακες του παρατηρώντας κάθε πόρτα, παράθυρο και γενικά οτιδήποτε θα μπορούσε να γεννήσει υποψίες για τη σωματική ακεραιότητα του Κυβερνήτη. Ο Αυγουστίνος τους το είπε ξεκάθαρα πριν ξεκινήσουν :
- Θα είστε η σκιά του. Όποιος του επιτεθεί πυροβολήστε τον χωρίς δισταγμό.
Δεν είχαν διαβεί ούτε πενήντα μέτρα όταν συνέβη το εξής περιστατικό :
Ένα αδέσποτο σκυλί επιτέθηκε στον Κυβερνήτη και τον έριξε χάμω, σκίζοντας του το παντελόνι. Οι φρουροί μόλις που πρόλαβαν να τον σώσουν, ρίχνοντας στον αέρα. Στο άκουσμα του πυροβολισμού, ο σκύλος εξαφανίστηκε μέσα στα στενά.
- Είστε καλά Κυβερνήτη μου, ρώτησε ο Κοζώνης.
- Δεν είναι τίποτα, απάντησε ο Καποδίστριας. Μόνο που πρέπει να επιστρέψουμε πίσω για ν' αλλάξω παντελόνι.
Γρήγορα βρέθηκε στο δωμάτιο του και φόρεσε ένα άλλο παντελόνι. Κοίταξε και το πόδι του, αλλά ευτυχώς δεν υπήρχαν σημάδια από τα δόντια του σκύλου. Τότε του ήρθε μία ανάμνηση στο νου, μέσα από του μυαλού τ' αυλάκια :
Πριν από είκοσι χρόνια όταν ακόμη ήταν πληρεξούσιος υπουργός του τσάρου Αλέξανδρου στη Ζυρίχη, σε μία από τις εξόδους τους είχε πάει μαζί μ τον επιστήθιο φίλο του Εϋνάρδο σε ένα μπαρ. Ενώ συζητούσαν αμέριμνοι, μία τσιγγάνα τον πλησίασε λέγοντας :
- Δώσε μου το χέρι σου και θα μάθεις τι σε περιμένει στο μέλλον.
Ο Καποδίστριας γέλασε πονηρά, μα δέχτηκε να της κάνει τη χάρη. Άπλωσε το δεξί του χέρι και της το έδωσε.
Εκείνη άρχισε να το ψηλαφεί απαλά στην αρχή προσπαθώντας να δει τι θα του συμβεί. Όταν ο δείκτης του χεριού της άγγιξε τη μεσαία γραμμή της παλάμης, το πρόσωπο της σκοτείνιασε.
- Άκουσε αυτό που θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Εσύ που γνωρίζεις γλώσσες πολλές, μάθε πως όταν σου μιλάνε τα σκυλιά να τρέχεις μακριά, τ' ακούς ;
Κατόπιν άφησε απότομα το χέρι του και έφυγε τρέχοντας. Ο Καποδίστριας τότε δεν έδωσε σημασία και συνέχισε τη συζήτησή με τον Εϋνάρδο. Τώρα όμως οι εικόνες του παρελθόντος άρχιζαν να στοιχειώνουν το παρόν. Μολαταύτα, διέλυσε το νέφος που πήγε να βαρύνει την ψυχή του και πήγε να βρει τους φρουρούς του. Περίπου στα μισά της διαδρομής, αντίκρισε από μακριά δύο άνδρες που του φάνηκαν γνώριμοι. Εντελώς ξαφνικά οι δολοφόνοι και το θύμα είχαν βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο χωρίς κανένας να το έχει επιδιώξει.

Οι Μαυρομιχαλαίοι τα' χασαν μόλις είδαν τον Κυβερνήτη.
- Πάει, είπε ο Γιώργης. Χάλασε η δουλειά. Τι κάνουμε τώρα ;
Ο Κωνσταντίνος σαν γηραιότερος και πιο σοφός του απάντησε :
- Προχώρα σα να μη συμβαίνει τίποτα. Θα περάσουμε από μπροστά τους, θα χαιρετήσουμε και θα τους προσπεράσουμε.
Πράγματι οι Μαυρομιχαλαίοι ήραν ενώπιος ενωπίω με τον Κυβερνήτη και τη συνοδεία του. Το μόνο που έπραξαν ήταν να βγάλουν το φέσι τους και να του απονείμουν τον απαιτούμενο χαιρετισμό. Ύστερα προχώρησαν αντίθετα από το μέρος τους. Ο Κοζώνης κοίταξε τον Καραγιάννη, αλλά βλέποντας τον Κυβερνήτη να συνεχίζει να περπατά, παρά το απροσδόκητο τετ - α - τετ, δεν του μίλησε.
- Έχει γούστο, σκέφτηκε... Τι γυρεύουν αυτοί εδώ ;
Στο μεταξύ οι Μαυρομιχαλαίοι έκαναν παράκαμψη και από άλλο δρόμο βρέθηκαν στη δυτική είσοδο του ναού, χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανείς. Εισήλθαν με δήθεν ευλάβεια, άναψαν κερί, έστησαν καραούλι αντικριστά της πύλης και περίμεναν να φανεί ο Κυβερνήτης.
Λίγα μέτρα πριν τον Αγ. Σπυρίδωνα συνέβη ένα ακόμη σημαδιακό περιστατικό. :
Μία μουγκή ζητιάνα είχε απλώσει το χέρι της και διακόνευε. Μόλις την αντιλήφθηκε ο Κυβερνήτης και έκανε κίνηση να την ελεήσει, αυτή προσπάθησε με διάφορα νοήματα να του πει κάτι. Ο Καποδίστριας προσπάθησε να την καταλάβει, εις μάτην όμως.
Της έδωσε τα χρήματα και εκείνη, καθισμένη όπως ήταν, σηκώθηκε και έντρομη τα πέταξε κατά γης, αφού πρώτα το έβαλε στα πόδια. Ο Καποδίστριας πάγωσε. Ήταν άραγε οιωνός για κάτι που έπεται ή ένα ακόμη τυχαίο συμβάν ; Μείωσε την απόσταση που τον χώριζε από τους σωματοφύλακες του, για να νοιώσει περισσότερη ασφάλεια, και συνέχισε το διάβα του. Σε λίγα λεπτά το νήμα της ζωής του με βάναυσο τρόπο θα κοπεί...

Τα λεπτά περνούσαν αργά και βασανιστικά για τους Μαυρομιχαλαίους.
- 'Άντε, ακόμη να φανεί, μονολογούσε ο Γιώργης
- Κάνε λίγη υπομονή Γιώργη, είπε ο Κωνσταντίνος. Πριν από λίγο τον είδαμε άθελά μας, μπροστά μας. Όπου να' ναι φτάνει.
Να τος ! Μόλις φάνηκε στη στροφή.
- Πάρε θέση Γιώργη. Πρόσεξε μην κάνεις καμιά κουταμάρα. Το νου σου !
Ο Κυβερνήτης με τη συνοδεία του έφτασαν στον Αγ. Σπυρίδωνα. Ο Καποδίστριας είδε με κλεφτή ματιά τους Μαυρομιχαλαίους να στέκονται αντικριστά στην πόρτα, αλλά δε δίστασε. Συνέχισε το βάδισμα του, προκειμένου να μπει στο ναό. Όταν το δεξί του πόδι πάτησε το πλατύσκαλο, αμέσως ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης βρέθηκε από πίσω του, σήκωσε τη μπέρτα, του βάλει την πιστόλα στο ινιακό οστό και του είπε :
- Αυτό για τον αδερφό μου τύραννε, και τον πυροβόλησε εξ' σχεδόν εξ' επαφής. Ο Κυβερνήτης δέχεται το χτύπημα και ξαπλώνει καταγής. Ταυτόχρονα ο Καραγιάννης πυροβολεί προς το μέρος του Κων/νου, αλλά αστοχεί στέλνοντας τη σφαίρα στον τοίχο. Παρόλα αυτά με έναν δεύτερο πυροβολισμό τον πετυχαίνει στην κοιλιά. Εκείνη τη στιγμή κι ενώ ο Κοζώνης προσπαθεί να καταλάβει τι έχει συμβεί, ο Γιώργης Μαυρομιχάλης βγάζει το μαχαίρι του και τον χτυπά δύο φορές στη βουβωνική χώρα, λέγοντας :
- Αυτό για σένα τύραννε που έστειλες τον πατέρα μου στη φυλακή.
Ο Καποδίστριας δεν πρόλαβε να πει λέξη. Τα λιγοστά αποθέματα ζωής που του είχαν απομείνει, εξαντλήθηκαν μονομιάς. Έγειρε το κεφάλι δεξιά και τα χέρια του έπεσαν στο πλακόστρωτο. Ήταν νεκρός...
Όπως ήταν λογικό οι θόρυβοι από τις εκπυρσοκροτήσεις των όπλων και η φασαρία που δημιουργήθηκε προσέλκυσαν το λαό που βρισκόταν στην εκκλησία καθώς και τους κατοίκους της γύρω περιοχής. Μόλις ο λαός βγήκε αναστατωμένος από το ναό , αντίκρισε ένα φρικτό θέαμα : Ο αγαπημένος του Μπάρμπα - Γιάννης κείτονταν νεκρός μέσα σε λίμνη αίματος. Την ίδια στιγμή ο Χρήστος Φωτομάρας, ο οποίος αντιλήφθηκε το ντόρο που είχε δημιουργηθεί, βγήκε σε ένα παρακείμενο μπαλκόνι, καθότι έμενε κοντά στον τόπο του εγκλήματος, και αναφώνησε :
- Σκοτώσανε τον Κυβερνήτη ! Ύστερα πήρε την πιστόλα του και πυροβόλησε για δεύτερη φορά τον Κωνσταντίνο.
Χωρίς να παρακινηθούν από κανέναν και καθοδηγούμενοι από το περί δικαίου αίσθημα, οι πολίτες ορμούν πάνω στον Κων/νο, ο οποίος προσπαθούσε να το σκάσει σερνάμενος στα σκαλοπάτια ενός παρακείμενου στενού και κυριολεκτικά τον λιντσάρουν. Τον χτυπούν στο κεφάλι, του τραβάνε τα μαλλιά, του διαμελίζουν τα άκρα και στη συνέχεια τον σέρνουν από το ναό μέχρι την Πλατεία Συντάγματος. Ότι απέμεινε από το κουφάρι του, το πέταξαν στη θάλασσα, αφού πρώτα το έδεσαν με μία πέτρα για να πάει στον πάτο. Σε όλη δε τη διάρκεια της διαδρομής ο Κων/νος αναφωνούσε :
- Μη με λερώνετε ρε παιδιά ! Έλεος ! Δε φταίω εγώ ! Άλλοι με βάλανε να το κάνω !
Τραγική ειρωνεία : Ο δολοφόνος που πριν από λίγο είχε σκοτώσει ζητούσε έλεος και δικαιολογούσε τον εαυτό του. Μέρες αργότερα ένας Μανιάτης κληρικός μάζεψε το πτώμα του και το ενταφίασε.
Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης δεν είχε καλύτερη τύχη. Αφού κατάφερε κατά τύχη να ξεφύγει από το μανιασμένο πλήθος βρήκε καταφύγιο στο Γαλλικό προξενείο. Οι Γάλλοι ξαφνιάστηκαν όταν τον είδαν να τους παραδίδει το μαχαίρι με το οποίο είχε σκοτώσει τον Κυβερνήτη, αλλά δεν έδωσαν σημασία. Ο λαός έμαθε που βρισκόταν και μαζεύτηκε στον προαύλιο χώρο του προξενείου, απαιτώντας να παραδοθεί ο δολοφόνος στις αρχές, αλλιώς θα έβαζε φωτιά στο κτίριο. Οι Γάλλοι ενέδωσαν στις πιέσεις και τον παρέδωσαν την επόμενη μέρα. Έξι μέρες αργότερα το έκτακτο δικαστήριο τον καταδίκασε εις θάνατον. Η ποινή εκτελέστηκε αμέσως. Ο Γιώργης πριν εκτελεστεί ζήτησε ομόνοια και αγάπη και έδωσε ο ίδιος το σύνθημα για να τον πυροβολήσουν. Δε δέχτηκε να του δέσουν τα μάτια. Σε καταδικάστηκε σε θάνατο ο Καραγιάννης, ο ένας εκ των φρουρών του Καποδίστρια και ο Κοζώνης σε δεκαετή φυλάκιση.

Η σωρός του Καποδίστρια μεταφέρθηκε από τον Αγ. Σπυρίδωνα στο Κυβερνείο, στα χέρια του αδερφού του Αυγουστίνου και με συνοδεία αρκετού κόσμου. Δύο ώρες μετά το φόνο οι γιατροί Σ. Καρβελάς, Δ. Τράϊμπερ, Α. Παπαδόπουλος- Βρετός και Ν. Μαράτος, πραγματοποίησαν νεκροψία στο σώμα του Κυβερνήτη. Κατόπιν, ο Ιταλός Φιλέλληνας Βονιφάτιος Βοναφίν, φίλος του Κυβερνήτη, ταρίχευσε τη σωρό του. Για σαράντα μέρες το σκήνωμα του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα μέσα σε ένα γυάλινο φέρετρο. Κατόπιν με βουρκωμένα μάτια, λυγμούς και ξεσπάσματα θρήνου ο λαός της πρωτεύουσας τον αποχαιρέτησε και το ενταφίασε σε πολύτιμη θήκη στον Αγ. Σπυρίδωνα. Έξι μήνες αργότερα μεταφέρθηκε στη Ι.Μ. Πλατυτέρας στην Κέρκυρα και τάφηκε σε οικογενειακό τάφο με την λιτή επιγραφή << Ιωάννης Καποδίστριας - Κυβερνήτης της Ελλάδας >>.
Την ημέρα της δολοφονίας του κάποιοι κάτοικοι μάζεψαν το αίμα του από τον πλακόστρωτο δρόμο και το φύλαξαν ως φυλακτό στο εικονοστάσι τους. Μάλιστα κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες ότι ο Κυβερνήτης θα αναστηθεί και προφητείες σχετικά με την επιστροφή του στο μέλλον. Ασφαλώς τίποτα από αυτά δεν θα συνέβαινε και η μόνη βάση όλων αυτών των δοξασιών ήταν η αγάπη του απλού κόσμου στο πρόσωπο του Καποδίστρια.
Ο καρδιακός φίλος του Εϋνάρδος όταν έμαθε τα γεγονότα στην Ελλάδα δήλωσε : Αυτός που σκότωσε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του.
Από την άλλη μεριά η αντικυβερνητική εφημερίδα << Απόλλων >> με εκδότη τον μετέπειτα δικαστή Αναστάσιο Πολυζωίδη έγραψε : <<... Οι δύο Μαυρομιχαλαίοι έγιναν μιμειται των Αρμοδίου και Αριστογειτων, Βρούτου και Κασσίου, διά ν' απαλλαξουσί το Έθνος από το τέρας της τυραννίας... >> Ήταν τόση δε η χαρά τους που πέτυχε ο σκοπός τους, ώστε μερικές μέρες αργότερα η εφημερίδα έπαψε να εκδίδεται !!!
Παρόλο που έχουν περάσει 189 χρόνια μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη υπάρχουν κάποια ερωτήματα, τα οποία δεν έχουν βρει απαντήσεις και έχουν βάλει σε υποψίες αρκετούς ιστορικούς, σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σκοτώθηκε ο Καποδίστριας.
Πρώτον, γιατί οι Μαυρομιχαλαίοι επέλεξαν το φως της ημέρας και την παρουσία μαρτύρων για διαπράξουν το αποτρόπαιο έγκλημα τους και όχι την κάλυψη της νύχτας και της απουσία αυτών ; Αφενός μεν γνώριζαν τις κινήσεις του Καποδίστρια και αφετέρου θα ήταν πιο εύκολο να εξαφανιστούν χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανένας.
Δεύτερον, γιατί οι Άγγλοι δεν ανοίγουν το αρχείο που περιέχει στοιχεία για την δολοφονία του Καποδίστρια ; Έχουν φοβίες μήπως διαρρεύσουν στοιχεία όχι και τόσο φιλικά για τη στάση τους προς τον Κυβερνήτη ή επειδή διαφώνησαν με την πολιτική του και εκμεταλλευόμενοι την εσωτερική αναταραχή όπλισαν τα χέρια των Μαυρομιχαλαίων ;
Για τα ερωτήματα αυτά υπάρχει μία δήλωση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη λίγα χρόνια πριν το θάνατο του : <<...Ανάθεμα τους Αγγλογάλλους ! Κι εγώ έχασα τον αδερφό μου και το γιο μου, αλλά και η Ελλάδα έχασε έναν άνθρωπο που όμοιο της δε ξαναματαβρεί στους επόμενους αιωνες...>>
ΥΓ : Ο Καποδίστριας όταν ήρθε στην Ελλάδα δήλωσε : << Θα δώσω τα πάντα στην Ελλάδα, εκτός από την υπόληψη μου. >> Άραγε οι σημερινοί πολιτικοί δίνουν τα πάντα στην Ελλάδα ; Την υπόληψη, και να θέλουν να την δώσουν, δεν μπορούν γιατί δεν την έχουν. Ποια πάντα όμως να δώσουν, από την στιγμή που ΟΛΟΙ αρπάζουν από την Ελλάδα ; Γνωρίζετε εσείς έναν πολιτικό που να έδωσε κάτι στην Ελλάδα ; Τροφή για σκέψη μέχρι την επόμενη ιστορία...
Πηγές :
Μηχανή του Χρόνου << Ιωάννης Καποδίστριας Α' & Β' Μέρος >>
Τρύφων Ευαγγελίδης - Ιστορία του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ι. Α. Καποδιστρίου

Τάσος Αθανασιάδης - Ταξίδι στη Μοναξιά (Ένα λυρικό χρονικό για τη ζωή του Καποδίστρια)

2 σχόλια:

  1. ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΒΡΕΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΙ ΡΟΛΟ ΕΠΑΙΞΕ ΣΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΜΑΣ ( ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΓΝΩΡΙΖΕ ΑΠΟ ΤΟ 1826 ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ) Η ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΣΟΦΙ ΝΤΕ ΜΑΡΜΠΟΥΑ – ΛΕΜΠΡΕΝ, ΚΑΤΑ ΤΟ ΓΝΩΣΤΟΤΕΡΟ ΔΟΥΚΙΣΣΑ ΤΗΣ ΠΛΑΚΕΝΤΙΑΣ; ΚΑΙ ΠΩΣ ΜΕΤΑΣΤΡΑΦΗΚΕ Ο ΘΑΥΜΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΝ, ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΝΙΣΥΧΗΣ ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΣΤΕΛΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ, ΣΕ ΜΙΣΟΣ ; ΜΑΛΙΣΤΑ ,ΝΑ ΤΟΝ ΑΠΟΚΑΛΕΙ ΠΡΟΔΟΤΗ , ΤΟΥΣ ΦΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΕΦΑΜΙΛΛΟΥΣ ΤΟΥ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΓΕΙΤΟΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΗΣ ΝΑ ΥΠΕΡΑΜΥΝΕΤΑΙ ΑΥΤΩΝ; ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΕΙΧΕ ΙΔΙΑΖΟΥΣΑΝ ΣΥΜΠΑΘΕΙΑΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΕΟΥΣ ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΑΙΡΕΤΑΙ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ἐνημερώνουμε τοὺς ἀγαπητοὺς ἀναγνῶστες μας, ὅτι σχόλια, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχουν προσβλητικοὺς χαρακτηρισμούς, διαφημίζουν κόμματα ἢ εἶναι γραμμένα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες (γκρήκλις), θὰ διαγράφωνται ἄνευ προειδοποιήσεως!