Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Η καταστροφή της πόλης Μπερντιάνσκ από τα στίφη των μπολσεβίκων





Από το βιβλίο του π. Νικολάου Ντονιένκο «Στην δίνη ενός κόσμου που άλλαζε», εκδόσεις «Εν πλώ», 2012. [Εντελώς ατυχής και εξόφθαλμα πολιτικά ορθός ο ελληνικός τίτλος, που ενώ παρουσιάζει την θαυμαστή ηρωική στάση των ορθόδοξων νεομαρτύρων του Μπερντιάνσκ, - ιερέων και απλών πιστών, με ιστορίες που θυμίζουν τους διωγμούς των πρώτων χριστιανών - δείχνει να θέλει να αποφύγει να κατονομάσει τους διώκτες τους και να στιγματίσει το ιδεολογικό τους υπόβαθρο, μιλώντας γενικώς για «περίοδο διωγμών της Ρωσικής Εκκλησίας» (από ποιους;) ή «διωγμό της πίστης» (ποιας πίστης και γιατί;). Έχοντας διαβάσει αρκετά τέτοια βιβλία έχω την εξής απορία: Η λέξη «κομμουνιστής» είναι πλέον απαγορευμένη;]






Η πόλη Μπερντιάσκ (Berdyansk, Бердя́нск) είναι μια πόλη – λιμάνι στη νοτιοανατολική Ουκρανία, στην περιοχή της βόρειας Αζοφικής Θάλασσας (μίας κλειστής θάλασσας σαν λίμνη, που είναι προέκταση της Μαύρης Θάλασσας). Οφείλει την ύπαρξή της στον πρίγκιπα Μ. Α. Βοροντσώφ, ο οποίος το 1824 ανέθεσε στον ναύαρχο Α. Γκρέγκ να βρει στην περιοχή μια τοποθεσία κατάλληλη για λιμάνι. Στα τέλη του 19ου αιώνα και με την ένταξή της στο σιδηροδρομικό σύστημα της Ρωσίας, μετατράπηκε σε μια αναπτυσσόμενη ευρωπαϊκή μεγαλούπολη που γύρω της άρχισαν να ιδρύονται παροικίες ξένων χωρών, μεταξύ των οποίων και ελληνικές. Στην πόλη δέσποζε ο ορθόδοξος ιερός ναός της Αναλήψεως, τον οποίον κατεδάφισαν οι μπολσεβίκοι το 1928. Τον εφημέριο του ναού, πρωθιερέα Αλέξανδρο Λούκιν, έναν άνθρωπο ιδιαίτερα αγαπητό στους ενορίτες και δάσκαλο της Αγίας Γραφής, τον εκτέλεσαν οι μπολσεβίκοι, γιατί τα κηρύγματα που έκανε για μετάνοια όσων στράφηκαν κατά του Θεού και της Εκκλησίας, τους φάνηκαν «επικίνδυνα». 
      
Τoν Ιανουάριο του 1918, οι μπολσεβίκοι αφόπλισαν τo 46ο τάγμα που στρατοπέδευε στην πόλη και συνέλαβαν περίπου 200 αξιωματικούς. Έβαλαν τους στρατιώτες να υπογράψουν ότι δεν θα συμμετάσχουν σε «αντεπαναστατικές» ενέργειες και τους πρότειναν να ενσωματωθούν στον κόκκινο στρατό. Πολλοί απ’ αυτούς ωστόσο προτίμησαν να γίνουν μέλη της «Ένωσης Αναπήρων Στρατιωτών», μίας πατριωτικής οργάνωσης που είχε σκοπό την συντήρηση των ανάπηρων πολέμου που είχαν μείνει άποροι. Λίγους μήνες αργότερα, στις 18 Απριλίου, αγανακτισμένοι οι πολίτες από την αυθαίρετη εξουσία των μπολσεβίκων και από την ασταμάτητη προπαγάνδα τους, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Αμπολιάντς και τον ανθυπολοχαγό Πανασένκο, εξεγέρθηκαν εναντίον τους. 

Εκείνοι, πανικόβλητοι, ζήτησαν βοήθεια από τη Σεβαστούπολη και ταυτόχρονα άρχισαν να φορτώνουν σε καράβια τα υπάρχοντά τους. Οι συγκρούσεις που διαδραματίστηκαν στο λιμάνι της πόλης κατέληξαν σε σύλληψη των μελών του επαναστατικού συμβουλίου. Ωστόσο το πλοίο από τη Σεβαστούπολη δεν άργησε να φτάσει και να στείλει απειλητικό τελεσίγραφο, πως «αν δεν απελευθερωθούν άμεσα όλα τα μέλη του συμβουλίου και δεν παραδοθούν τα όπλα στα επαναστατικά Σοβιέτ, η πόλη θα βομβαρδιστεί και θα καταληφθεί βίαια». Ο Πανασένκο που ανέβηκε στο πλοίο ως διαμεσολαβητής, κρατήθηκε ως όμηρος και σύντομα εκτελέστηκε δημοσίως προς εκφοβισμό των πολιτών οι όποιοι δεν ήταν διατεθειμένοι να παραδοθούν.

Ο κόκκινος στρατός δεν κατάφερε τελικά να αποβιβαστεί στην πόλη, χάρη στην αποφασιστική και τολμηρή αντίσταση των κατοίκων της, άφησε όμως τα θλιβερά σημάδια της βιαιότητάς του σε πολλά από τα σπίτια που βρίσκονταν κοντά στο λιμάνι και δεν γλίτωσαν τα μανιασμένα τους πυρά. Λίγο αργότερα η πόλη έπεσε στα χέρια των Γερμανών και μετά και πάλι στα χέρια των μπολσεβίκων. Νέα απίστευτη ταλαιπωρία περίμενε την πόλη και τους κατοίκους της. Αρχηγός τού κόκκινου στρατού, πού έφτασε με πέντε επιβατηγά βαγόνια στην πόλη, ήταν ο «σύντροφος» Νέστωρ Ίβάνοβιτς Μαχνό. Είναι ιδιαίτερα γλαφυρή η περιγραφή της άφιξης του στρατού:

«…Βγήκε πρώτα μια ομάδα 10 ένοπλων ατόμων, ντυμένων με δερμάτινα πανωφόρια και καπέλα στα κεφάλια, μερικοί είχαν και κρεμασμένα στιλέτα. Στη συνέχεια κατέβηκαν οι πεζοναύτες, όλοι βρώμικοι, ταλαιπωρημένοι, με σχισμένα παντελόνια, μια μπότα στο ένα πόδι και αρβύλα στο άλλο, καπέλο στο κεφάλι και μαύρες σημαίες στο χέρι. Ξεχύθηκαν γύρω από το σταθμό και άρχισαν να κολλάνε συνθήματα. Στη συνέχεια κατέβηκε το ιππικό. Πολλοί δεν είχαν σέλες, φορούσαν όμως σπιρούνια, κι όσο για στολή, ο καθένας φορούσε ό,τι ήθελε, ή μάλλον ό,τι είχε κατορθώσει να βρει. Στο κεφάλι τους είχαν καπέλα, τραγιάσκες, σκουφιά, κάποιοι μάλιστα είχαν τα χωνιά από τα γραμμόφωνα για καπέλα και στους ώμους κρεμασμένους τους δίσκους. Το θέαμα έμοιαζε πολύ περισσότερο με άφιξη τσίρκου παρά στρατού!».

Ο Μάχνο και ο στρατός του (που πολλοί τους έλεγαν "ληστοσυμμορίτες")
Από τις πρώτες τους ενέργειες ήταν η ανατίναξη των φυλακών, ή απελευθέρωση των κρατουμένων και η εκτέλεση εν ψυχρώ όλων των στρατιωτών του λευκού στρατού που είχαν απομείνει. Την επόμενη μέρα τοιχοκόλλησαν σ’ όλα τα σπίτια και τις αυλές την έξης διαταγή: «Όλα τα νοσοκομεία, φαρμακεία και οι πολίτες να παραδώσουν όποια ποσότητα αλκοόλ έχουν στην κατοχή τους. Η μη συμμόρφωση θα τιμωρηθεί αυστηρά. Ο ταγματάρχης της πρώτης σοβιετικής ομάδας του κόκκινου στρατού, σύντροφος Μαχνό». Στην κατοχή λοιπόν του περίεργου αυτού στρατού βρέθηκαν ξαφνικά τεράστιες ποσότητες αλκοόλ, τις οποίες φυσικά έσπευσε να αξιοποιήσει κατάλληλα...

Τις επόμενες μέρες η πόλη κατακλύστηκε από μεθυσμένους στρατιώτες που επιδίδονταν σε κάθε είδους βιαιότητες και λεηλασίες. Γλεντούσαν και στο τέλος έβαζαν φωτιές πάνω στα πιάνα που τους διασκέδαζαν ή ξήλωναν τούς καναπέδες και έπαιρναν μαζί τους το ύφασμα, έκλεβαν αδιάντροπα τους αγρότες που έρχονταν στην πόλη για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους, αλλά άρπαζαν και ρήμαζαν και τα χωριά τους κατά τις περιοδείες τους εκεί.

Οι άνθρωποι αγανακτισμένοι άρχισαν να χύνουν το κρασί στα αυλάκια αντί να το παραδώσουν στους στρατιώτες, αλλά αυτοί είχαν τέτοια εξάρτηση από το πιοτό που πήγαιναν και έπιναν μέσα από τα αυλάκια, πολλούς μάλιστα τούς έβρισκαν εκεί το πρωί πνιγμένους. Στην απόγνωσή τους άρχισαν να το αδειάζουν στη θάλασσα, αλλά οι μανιασμένοι αλκοολικοί το ξετρύπωναν σε υπόγεια και κρυψώνες των σπιτιών. Στις αρχές Ιουλίου του 1918, η αφάνταστη ταλαιπωρία των κατοίκων της πόλης έλαβε προσωρινό τέλος με την αποχώρηση του στρατού του Μαχνό.

Στις 7 Ιανουαρίου του 1919, ανήμερα Χριστούγεννα για τους Ρώσους, έφτασε στην πόλη ένα τάγμα Λιθουανών, με αρχηγό τον Μπαλίτσκι, ο οποίος έσπευσε να ιδρύσει επαναστατικό κομιτάτο στο Μπερντιάνσκ. Την ίδια χρονιά, η τοπική εκκλησία ποτίστηκε και πάλι με το αθώο αίμα του πρωθιερέα Παύλου Βοινάρσκι, ο οποίος ήταν άλλο ένα θύμα της αντιεκκλησιαστικής μανίας των μπολσεβίκων. Στις 25 Μαρτίου τον συνέλαβαν για πολλοστή φορά. Την πρεσβυτέρα του την έκρυψαν οι αγρότες της περιοχής μόλις μαθεύτηκε η σύλληψή του. Τον περίμεναν στημένοι έξω από την εκκλησία και την ώρα που έβγαινε τον συνέλαβαν μαζί με δύο αδέλφια, τον Παύλο και τον Αλέξιο Κιριάν που ήταν μαζί του. 

Τους μετέφεραν σε ένα κακόφημο χωριό του δήμου Εκατερινοσλάβσκ, το Νοβοσπάσκογιε, το οποίο ήταν γνωστό για την έκδηλη συμπάθεια του προς τους μπολσεβίκους, και εκεί, στις 29 Μαρτίου, λίγες μέρες δηλαδή μετά, τους εκτέλεσαν, εξαπολύοντας πάνω τους όλη τη βαρβαρότητα και το μίσος τους. Τα σώματα των δύο αδελφών ήταν γεμάτα μώλωπες που πρόδιδαν άγριο ξυλοδαρμό, ενώ του π. Παύλου είχε 11 τρύπες από πυροβολισμούς και πολλές από λόγχες.

 
Θύματα του Μάχνο


Τον Δεκέμβριο του 1920, ο τρομερός στρατός του Μαχνό ξαναχτύπησε την πόλη. Ιππεύοντας πάνω σε αλόγα, όρμησαν με μανία στην πόλη σκοτώνοντας αθώους πολίτες και λεηλατώντας τα σπίτια και τις περιουσίες που είχαν απομείνει. Κραυγές, βογκητά, στεναγμοί, βρισιές, πυροβολισμοί, χλιμιντρίσματα αλόγων, ανακατεύτηκαν όλα μαζί συνθέτουν ένα τρομερό θρήνο καταστροφής και πόνου. Οι άσπλαχνοι ληστές, αφού αποτελείωσαν το ανόσιο έργο τους, εγκατέλειψαν την πόλη, ένα άθλιο ερείπιο που προσπαθούσε να θάψει τους νεκρούς του. Η πείνα και η εξαθλίωση στο Μπερντιάνσκ έφτασε στο αποκορύφωμά της το 1921, όταν καταγράφηκαν και περιπτώσεις κανιβαλισμού. Ο πληθυσμός της πόλης μέσα σε λίγο διάστημα από τα απανωτά χτυπήματα που δέχτηκε μειώθηκε κατά τα δύο τρίτα περίπου, και από τις 30.000 ψυχές απέμειναν 12.000 και αυτοί σε άθλια ψυχική και υλική κατάσταση.





ΚΟ: Ο Nestor Ivanovych Makhno ή Bat'ko ("πατερούλης") Μάχνο (1888 - 1934) ήταν ένας Ουκρανός αναρχικός «επαναστάτης» και ο διοικητής ενός ανεξάρτητου αναρχικού στρατού στην Ουκρανία το 1917-22. Θα δείτε να του πλέκουν το εγκώμιο και να τον εξυμνούν διάφορες αριστερίστικες και φιλο-αναρχικές ιστοσελίδες, (μάλιστα το 2015, σε προκήρυξη «ανάληψης ευθύνης» εμπρησμού αυτοκινήτου, υπέγραφε η οργάνωση «Αναρχικός Κομάντο (!) Νέστορ Μάχνο»), αν και υπάρχουν και ενστάσεις, διότι ήρθε σε κόντρα με τον Κόκκινο Στρατό, κατηγορείται ότι ήταν «πατριώτης» (μέχρι και «εθνικιστής»!) και (κυρίως) διότι τον βαραίνει η σκιά του «αντισημιτισμού». Ο στρατός του Makhno κατηγορείται ότι έκανε «πογκρόμ» κατά των Εβραίων στην Ουκρανία. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδείχθηκαν ποτέ. Ο αναρχικός Paul Avrich έγραψε ότι όλα αυτά περί αντισημιτισμού είναι ψέματα και συκοφαντίες και βασίζονται σε φήμες χωρίς καμία απόδειξη. Άλλωστε, σημειώνει ο Avrich, ένας σημαντικός αριθμός Εβραίων πήρε μέρος στο Μαχνοβίτικο αναρχικό κίνημα, αναφέροντας τα ονόματα των «διανοούμενων» Vsevolod Mikhailovich Eikhenbaum, γνωστού ως «Voline» και Aron Baron, ο οποίος έγραψε τα μανιφέστα του. Επίσης πολλοί Εβραίοι βρίσκονταν στις τάξεις του αναρχικού Μαύρου Στρατού. Ο Μάχνο είχε Εβραίους συντρόφους και φίλους και μάλιστα εξέδωσε μια διακήρυξη που απαγόρευε τα πογκρόμ. Πάντως, ο «Voline» αναφέρει ότι ο Μάχνο και οι συνεργάτες του επιδίδονταν σε σεξουαλική κακοποίηση γυναικών, τις οποίες ανάγκαζαν να συμμετέχουν σε όργια. Ο Μάχνο ήταν επίσης αλκοολικός. Κατέφυγε στο Παρίσι, όπου και πέθανε.

«Τριβέλι Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἐνημερώνουμε τοὺς ἀγαπητοὺς ἀναγνῶστες μας, ὅτι σχόλια, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχουν προσβλητικοὺς χαρακτηρισμοὺς ἢ εἶναι γραμμένα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες (γκρήκλις), θὰ διαγράφωνται ἄνευ προειδοποιήσεως!